«Όσο τιμώνται στην πόλη τα πλούτη και οι πλούσιοι, τόσο περιφρονείται η αρετή και οι χρηστοί: Τιμωμένου δη πλούτου εν πόλει και των πλουσίων, ατιμοτέρα αρετή τε και οι αγαθοί.». (Πλάτων).

Κυριακή, 5 Σεπτεμβρίου 2010

Τα μεταναστευτικά ρεύματα στην Ελλάδα

Έντονα είναι τα μεταναστευτικά ρεύματα που γνώρισε η Ελλάδα κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων. Η Ελλάδα, μέχρι και τον μεσοπόλεμο, χαρακτηρίζεται από σχετικά χαμηλά ποσοστά συγκέντρωσης του πληθυσμού στα αστικά της κέντρα. Η αστικοποίηση αρχίζει να εντείνεται στις πρώτες μεταπολεμικές, με αποτέλεσμα σήμερα άνω του 60% του συνολικού πληθυσμού να βρίσκεται συγκεντρωμένο στις πόλεις.

Την περίοδο αυτή, η μεγέθυνση των ελληνικών πόλεων δεν συνδέεται όμως, όπως πριν το 1950, με ιστορικές συγκυρίες και τα παρεπόμενά τους (μικρασιατική καταστροφή και πρόσφυγες, μετακινήσεις λόγω του εμφυλίου). Δεν συνδέεται επίσης με τη δημογραφική δυναμική των γηγενών σταθερών πληθυσμών των αστικών. Οφείλεται κυρίως στις μετακινήσεις του αγροτικού πληθυσμού (και δευτερευόντως του πληθυσμού μικρών κέντρων του υπαίθρου χώρου, μετακινήσεις άμεσα συνδεδεμένες με τους μηχανισμούς απελευθέρωσης της εργατικής δύναμης στον εξω-αστικό χώρο και την «έλξη» που άσκησε η αγορά εργασίας των μεγαλύτερων αστικών κέντρων στους πληθυσμούς αυτούς. Η εσωτερική αυτή μετανάστευση, άλλαξε ριζικά τον πληθυσμιακό χάρτη της χώρας μας και εν μέρει και την ιεραρχία του αστικού δικτύου. Ο αστικός πληθυσμός συγκεντρώθηκε ακόμη περισσότερο στους νομούς που χωροθετούνται επί του κεντρικού οδικού-αναπτυξιακού άξονα της χώρας ενώ ταυτόχρονα δημιουργήθηκαν και δύο μητροπολιτικές περιοχές με ισχυρότατες πληθυσμιακές συγκεντρώσεις.

Οι μεταναστεύσεις από τον ελλαδικό χώρο προς τις άλλες περιοχές της Βαλκανικής και τα μεγάλα αστικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας συρρικνώνονται στη διάρκεια των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα και νέοι προορισμοί αναδύονται προοδευτικά (ΗΠΑ, Αυστραλία Καναδάς). Οι αγροτικοί πληθυσμοί του βορείου τμήματος της Πελοποννήσου θα είναι οι πρώτοι που θα μετακινηθούν μαζικά προς την αμερικανική ήπειρο με την έναρξη της σταφιδικής κρίσης ενώ εκτιμάται ότι 370 χιλ. περίπου άτομα (15%-20% του πληθυσμού της Ελλάδας στα τότε σύνορά της) θα εγκαταλείψουν τη χώρα ανάμεσα στο 1889 και το 1911. Ταυτόχρονα, την ίδια περίοδο, αναδύονται και τα πρώτα ρεύματα εσωτερικής μετανάστευσης με αποτέλεσμα την αύξηση του ειδικού βάρους του αστικού πληθυσμού (15% το 1889, 23% το 1920). Η μετανάστευση προς το εξωτερικό θα ατονήσει την περίοδο του μεσοπολέμου, ενώ την επαύριον της Μικρασιατικής καταστροφής 1,2 εκατομ. πρόσφυγες θα εγκατασταθούν στη χώρα μας που θα απολέσει ταυτόχρονα 420 χιλ. κατοίκους με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Ένα σημαντικό τμήμα των εισερχομένων θα εγκατασταθεί σε αστικές περιοχές προκαλώντας την πρώτη σημαντική αύξηση του πληθυσμού των πόλεων (αύξηση κατά 8 ποσοστιαίες σχεδόν μονάδες ανάμεσα στο 1920 και το 1928, από 23% στο 31%).

Η ταραγμένη περίοδος που θα ακολουθήσει τη γερμανική εισβολή (κατοχή και εμφύλιος) θα προκαλέσουν μια έντονη κινητικότητα στο εσωτερικό της χώρας. Οι συγκρούσεις και οι καταστροφές αναγκάζουν αγροτικούς και ορεινούς-ημιορεινούς πληθυσμούς της Μακεδονίας, της Ηπείρου, της Πελοποννήσου (και σε μικρότερο βαθμό της Στερεάς Ελλάδας και της Θεσσαλίας) να καταφύγουν στα μεγαλύτερα αστικά και ημι- αστικά κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας. Ένα τμήμα τους, μετά την πρώτη αυτή αστική εμπειρία, με τη μερική ένταξή του στη μισθωτή εργασία και αποθαρρυμένο από τις καταστροφές θα παραμείνει στα κέντρα «υποδοχής» και μετά τη λήξη του εμφυλίου. Ένα άλλο (το μεγαλύτερο) θα επιστρέψει στους τόπους καταγωγής του και θα παραμείνει εν αναμονή της δημιουργίας ευνοϊκών συνθηκών για την μετακίνησή του, είτε στα αστικά κέντρα του εσωτερικού, είτε στις βιομηχανικές χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής. Δημιουργείται έτσι ένα εν δυνάμει μεταναστευτικό απόθεμα, απόθεμα που θα τροφοδοτήσει τις επόμενες δεκαετίες τόσο την εξωτερική μετανάστευση (προς τις ΗΠΑ, τον Καναδά και την Αυστραλία αρχικά, τις βιομηχανικές χώρες της Ευρώπης αργότερα) όσο και την εσωτερική μετανάστευση με προορισμό τα μεγάλα αστικά κέντρα. Η εξωτερική μετανάστευση θα συνυπάρξει την περίοδο αυτή με την έξοδο από τον αγροτικό-ύπαιθρο χώρο και την ταχύτατη αστικοποίηση με αποτέλεσμα στην απογραφή του 1981 το 58% του πληθυσμού της Ελλάδας να έχει πλέον συγκεντρωθεί στις αστικές περιοχές και ιδιαίτερα στα Π.Σ. Αθηνών και Θεσσαλονίκης που τριπλασιάζουν σχεδόν τον πληθυσμό τους ανάμεσα στο 1940 και το 19813.

Η μετανάστευση προς το εξωτερικό θα ατονήσει όμως μετά το 1973 (και ακόμη περισσότερο μετά το 1980, τείνοντας να μηδενισθεί τις δύο τελευταίες δεκαετίες), παραχωρώντας αρχικά τη θέση της στην παλιννόστηση τμήματος των Ελλήνων μεταναστών των προηγούμενων δεκαετιών, μια παλιννόστηση που θα περιοριστεί σημαντικά μετά το 1990. Θα ακολουθήσει η μαζική εισροή αλλοδαπών από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες (κυρίως δε από την Αλβανία) σε μια πρώτη φάση (1990-2005), από τις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες της Ασίας την τελευταία πενταετία. Η Ελλάδα θα μετατραπεί έτσι από χώρα εξαγωγής σε χώρα υποδοχής αλλοδαπών με αποτέλεσμα ο πληθυσμός των αλλοδαπών να ανέλθει σύμφωνα με τα στοιχεία της τελευταίας απογραφής τις 770 χιλ. (7% σχεδόν του απογραφέντος πληθυσμού που αγγίζει τα 11 εκατομ. άτομα).

Η κινητικότητα στο εσωτερικό της χώρας μας θα συνεχισθεί -αν και με μειωμένη ένταση- και μετά τη διακοπή της εξωτερικής μετανάστευσης με αποτέλεσμα ο αστικός πληθυσμός να εγγίζει το 2010 το 62%. Η εσωτερική αυτή κινητικότητα χαρακτηρίζεται βασικά από μετακινήσεις πληθυσμών από ορεινές-ημιορεινές περιοχές σε πεδινές και από αγροτικές σε αστικές (και πολύ λιγότερο από ενδο-αγροτικές μεταναστεύσεις) και δευτερευόντως από μετακινήσεις από μικρότερα αστικά κέντρα σε μεγαλύτερα, ενώ τις δύο τελευταίες δεκαετίες, η έλξη των ΠΣ Πρωτευούσης και Θεσσαλονίκης προοδευτικά ατονεί και αυτή των μεγάλων περιφερειακών αστικών κέντρων τείνει να ενισχυθεί. Η μαζική είσοδος των αλλοδαπών μετά το 1990 δεν φαίνεται να αίρει την πρότερη της εγκατάστασής τους ανισοκατανομή του πληθυσμού στον ελλαδικό χώρο και την έντονη αστικοποίησή του ενώ, τις τελευταίες δεκαετίες τα μεταναστευτικά αποθέματα πολλών αγροτικών περιοχών της χώρας τείνουν πλέον να εξαντληθούν. Στην επιβράδυνση αυτή μετά το 1980 των εξόδων από τον ύπαιθρο χώρο, συνέβαλε η προοδευτική βελτίωση των όρων της εργασίας και του αγροτικού εισοδήματος μετά την είσοδο της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, η ενίσχυση της περιφέρειας, η ανάπτυξη του τουρισμού και η αποβιομηχάνιση μεγάλων αστικών κέντρων (αλλά και η δημογραφική γήρανση του χώρου αυτού), ενώ ταυτόχρονα εμφανίζονται δειλά κάποιες τάσεις για αναστροφή των μεταναστευτικών ρευμάτων από τις αστικές περιοχές προς την περιφέρεια5.

Τα προαναφερθέντα ρεύματα εσωτερικής μετανάστευσης, σε συνδυασμό με την επιλεκτική εξωτερική μετανάστευση (καθώς όλες οι περιοχές της χώρας δεν συμμετείχαν εξ’ ίσου σε αυτήν) και την παλιννόστηση (στο βαθμό που μεγάλο τμήμα των Ελλήνων μεταναστών που επέστρεψε στην Ελλάδα δεν εγκαταστάθηκε στον τόπο καταγωγής του) άλλαξαν ριζικά τον μεταπολεμικό πληθυσμιακό χάρτη της χώρας μας και συμμετείχαν ενεργά στην ταχύτατη αστικοποίηση του πληθυσμού της, το ειδικό βάρος του οποίου διπλασιάζεται σχεδόν σε μια εβδομηκονταετία (από 33% το 1940 στο 62% το 2010).

Πηγή: Βύρων Κοτζαμάνης, Ζαχαρούλα Μίχου – Μελέτη: «Που γεννήθηκα, που κατοικώ; Η γεωγραφική κινητικότητα στον ελλαδικό χώρο, μια πρώτη χωρική προσέγγιση» Εργαστήριο Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Facebook