«Όσο τιμώνται στην πόλη τα πλούτη και οι πλούσιοι, τόσο περιφρονείται η αρετή και οι χρηστοί: Τιμωμένου δη πλούτου εν πόλει και των πλουσίων, ατιμοτέρα αρετή τε και οι αγαθοί.». (Πλάτων).

Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

Πετρελαιοπηγές:Το Ξεκινημα

Στα μέσα του 19ου αιώνα άρχισε η εκμετάλλευση του πετρελαίου. Κύριος λόγος ήταν να ικανοποιηθεί η ζήτηση για ένα φτηνό καύσιμο φωτισμού. Το λάδι από φάλαινες ήταν πολύ ακριβό και χρησιμοποιείτο μόνο σε σπίτια πλουσίων, τα κεριά από άλλες ζωικές λιπαρές ύλες (σπαρματσέτα) μύριζαν δυσάρεστα σε κλειστούς χώρους και το δίκτυο φωταερίου ήταν διαθέσιμο μόνο στις κεντρικές συνοικίες των πόλεων.

Το έτος 1852 εξαγόρασε ο Καναδός γιατρός και γεωλόγος Abraham Gessner (Γκέσνερ) μία ευρεσιτεχνία, με βάση την οποία ήταν δυνατή η παραγωγή φθηνού καυσίμου από αργό πετρέλαιο. Αυτό το καύσιμο ονομάστηκε φωτιστικό πετρέλαιο.

Το έτος 1855 πρότεινε ο Αμερικάνος χημικός Benjamin Silliman (Σίλιμαν, 1779-1864) να καθαρίζεται το αργό πετρέλαιο με θειικό οξύ για να αξιοποιηθεί ως καύσιμο. Με την αυξανόμενη ζήτηση άρχισε και η αναζήτηση κοιτασμάτων πετρελαίου με γεωτρήσεις. Διάσημος σ' αυτόν τον τομέα έγινε ο Edwin Drake (Ντρέικ, 1819-1880), ένας τέως εισπράκτορας που έψαχνε επί δύο χρόνια με ανάθεση από τον βιομήχανο George H. Bissell. Προβληματικό ήταν για τον Ντρέικ να βρει συνεργείο γεωτρήσεων, γιατί μέχρι τότε ήταν γνωστές μόνο οι γεωτρήσεις για νερό. Όταν πρότεινε σε μια εταιρία να κάνει για λογαριασμό του γεώτρηση για πετρέλαιο στο Titusville της Πενσυλβανίας πήρε ο Ντρέικ την απάντηση: «Γεωτρήσεις για πετρέλαιο; Εννοείς να κάνουμε τρύπες στη γη για να βρούμε πετρέλαιο; Σίγουρα θα είσαι τρελός ...»

Το έτος 1859, μετά από αποτυχημένες αναζητήσεις δύο ετών, εντοπίστηκε σε βάθος περί τα 21 μέτρα ένα σημαντικό κοίτασμα πετρελαίου! Αυτό αποτέλεσε και την έναρξη όλων των μεταγενέστερων προσπαθειών για έρευνα, γεωτρήσεις και άντληση πετρελαίου. Το Titusville έγινε από το 1860 για το πετρέλαιο, ό,τι ήταν από το 1848 η Καλιφόρνια για τους χρυσοθήρες. Σε ενάμιση χρόνο από την πρώτη επιτυχή γεώτρηση υπήρχαν στην περιοχή 75 άλλες γεωτρήσεις που παρήγαγαν αργό πετρέλαιο και η κωμόπολη έγινε το επίκεντρο εμπορικών συναλλαγών τεράστιου οικονομικού ύψους και τόπος συγκέντρωσης ριψοκίνδυνων κερδοσκόπων.

Συναλλαγές με αντικείμενο τα δικαιώματα γεωτρήσεων, μετοχές εταιριών, αγοραπωλησίες πιθανών πετρελαιοφόρων εκτάσεων, δεσμεύσεις εξειδικευμένου προσωπικού, «μυστικές» πληροφορίες για νέα κοιτάσματα, καινούργια μηχανήματα κ.ά. ήταν στην ημερήσια διάταξη. Στους πρώτους μήνες του 1861 εντοπίστηκε στην ίδια περιοχή κοίτασμα με μεγάλη πίεση και παραγωγή χιλίων βαρελιών (1 barrel = ~159 λίτρα) ημερησίως. περισσότερο από ότι όλες οι άλλες γεωτρήσεις μαζί.

Η παραγωγή στη δυτική Πενσυλβανία έφτασε το 1860 τα 450 χιλιάδες βαρέλια και το 1862 τα 3 εκατομμύρια. Και ενώ η παραγωγή αυξανόταν διαρκώς, οι τιμές ανεβοκατέβαιναν απρόβλεπτα και συχνά καταστροφικά: Τον Ιανουάριο 1851 κόστιζε το βαρέλι 10 δολάρια και στο τέλος του ίδιου έτους μόνο 10 σεντς, αλλά στο τέλος του 1862 η τιμή είχε σταθεροποιηθεί στα 4 δολάρια.

Οι περισσότερες «εταιρίες του ενός ανδρός» εξαφανίστηκαν φυσικά από την αγορά με τέτοια αστάθεια των τιμών. Ο παράλληλα εξελισσόμενος εμφύλιος πόλεμος στις ΗΠΑ έκανε τις επιχειρηματικές και εμπορικές προβλέψεις ακόμα πιο ανασφαλείς, στο βαθμό που ο πρωτοπόρος Ντρέικ έχασε όλα τα κέρδη και τις συμμετοχές του και κατέληξε επαίτης. Αργότερα του απονεμήθηκε από την πολιτεία της Πενσυλβανίας μια τιμητική σύνταξη. Οι συνθήκες μεταφοράς του αργού πετρελαίου ήταν αρχικά τελείως πρωτόγονες: Ξύλινοι αγωγοί (pipelines) αντικατέστησαν τις αλογοάμαξες που μετέφεραν τα αρχικά βαρέλια, των οποίων η χωρητικότητα έμεινε στην Ιστορία ως μονάδα μέτρησης.

Τα πρώτα διϋλιστήρια δημιουργήθηκαν κοντά στις περιοχές των γεωτρήσεων και η επεξεργασία του αργού πετρελαίου ήταν άμεση. Κύριο προϊόν με μεγάλη εμπορική ζήτηση ήταν το φωτιστικό πετρέλαιο για σπίτια και εργοστάσια και ακολουθούσαν τα υλικά για λίπανση μηχανών. Η διανομή πετρελαίου στους καταναλωτές γινόταν με βυτιοφόρες άμαξες. Σχεδόν έξι (6) χρόνια μετά την πρώτη επιτυχή γεώτρηση εμφανίζεται το έτος 1865 στο προσκήνιο ένας νεαρός 26 ετών, ιδιοκτήτης μιας μικρής εμπορικής εταιρίας πετρελαιοειδών, ο οποίος αξιολογώντας τις πιθανές εμπορικές, οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις, αγόρασε το μεγαλύτερο διηλιστήριο της Πενσυλβανίας γαι το τεράστιο (τότε) ποσό των 72.500 δολαρίων. Ήταν ο John D. Rockefeller (Ροκφέλερ, 1839-1937) Η χρονική επιλογή του Ροκφέλερ δεν ήταν άσχημη γιατί, με τη λήξη του εμφύλιου πολέμου, άρχισε να κινείται σε εντατικούς ρυθμούς η παραγωγή και η ζήτηση φωτιστικού πετρελαίου.

Μετά από διάφορες επιχειρηματικές κινήσεις, δημιούργησε ο Ροκφέλερ το έτος 1870, μαζί με το στενό φίλο και συνεργάτη του Henry Flagler (Φλάγκλερ, 1830-1913) την εταιρία Standard Oil Company. Αμέσως μετά άρχισε ένας εξοντωτικός εμπορικός πόλεμος αυτής της εταιρίας ενάντια σε όλες τις άλλες, με τεχνητά μεταβαλλόμενες τιμές, παραπλανητικά συμβόλαια και εξαγορά συνειδήσεων. Η Standard Oil αναδείχθηκε ήδη το έτος 1872 σε μονοπωλιακή εταιρία των ΗΠΑ, με έλεγχο στην εξόρυξη, τη μεταφορά, τη διΰλιση και τη διανομή του πετρελαίου στο Cleveland και στη Νέα Υόρκη. Το 1879 είχε ο Ροκφέλερ υπό τον έλεγχό του το 90% της διϋλιζόμενης ποσότητας πετρελαίου στις ΗΠΑ. Το 1872 ιδρύθηκε ένα τραστ (trust) όλων των εταιριών του Ροκφέλερ για να διευθετηθούν προβλήματα ιδιοκτησίας και χρηματικών συναλλαγών.

Αν και όλες αυτές οι διαδικασίες εξελίχθηκαν με βάση τους ισχύοντες νόμους των ΗΠΑ, ο όρος «πετρελαϊκό τραστ» έγινε έκτοτε συνώνυμο με την τεράστια οικονομική και πολιτική δύναμη και την κατάχρησή της. Στα μέσα της δεκαετίας του 1880 παρήγαγαν οι εταιρίες της Standard Oil το 25% της παγκόσμιας ζήτησης σε πετρέλαιο και άλλα παράγωγα (νάφθες, λιπαντικά, παραφίνη, βαζελίνη κ.ά.)
Το 1890 άρχισε ο Ροκφέλερ γεωτρήσεις στην πολιτεία Οχάιο και δημιούργησε εκεί ένα νέο πετρελαϊκό κέντρο. Το πετρέλαιο και τα παράγωγά του έγιναν το τέταρτο σημαντικότερο προϊόν για τις αμερικάνικες εξαγωγές. Στην Ευρώπη καλυπτόταν η ζήτηση πετρελαίου κατά μεγάλο μέρος με εισαγωγές από τις ΗΠΑ. Ο Marcus Samuel (Σάμιουελ) ίδρυσε στο Λονδίνο την εταιρία Shell Company (Σελλ), επιλέγοντας ως όνομα και σήμα μια αχιβάδα, λόγω της αδυναμίας για της αχιβάδες που είχε ο πατέρας Σάμιουελ. Οι αδελφοί Nobel και ο Alphonse Rothschild πραγματοποίησαν γεωτρήσεις και ίδρυσαν διυλιστήρια στο Μπακού (Κασπία) και η εταιρία Royal Dutch Company ανέλαβε τα κοιτάσματα πετρελαίου στην Ινδονησία.

Ο νέος αιώνας άρχισε όμως με μια ισχυρή κρίση για το πετρέλαιο: η εφεύρεση και διάδοση του ηλεκτρικού λαμπτήρα μείωσε σημαντικά τη ζήτηση για φωτιστικό πετρέλαιο και το 1902 υπολογίζεται ότι είχαν εγκατασταθεί στις ΗΠΑ ήδη περί τα 18 εκατομμύρια λάμπες φωτισμού. Κι ενώ οι περισσότερες μικρές εταιρίες που είχαν εναπομείνει στο κύκλωμα του πετρελαίου, προσπαθούσαν να απαγκιστρωθούν από αυτό το προϊόν για να γλυτώσουν την καταστροφή, άρχισε η διάδοση του αυτοκινήτου και η ζήτηση της βενζίνης. Η «άμαξα χωρίς άλογο» απαιτούσε όλο και περισσότερα καύσιμα και καταλληλότερος προμηθευτής ήταν προφανών η Standard Oil του Ροκφέλερ. Μέχρι το 1906 ήταν το αυτοκίνητο ένα ενοχλητικό για τους κατοίκους μέσο μετακίνησης και μεταφοράς.

Όμως, με το μεγάλο σεισμό του Σαν Φρανσίσκο που κόστισε τεράστιο αριθμό νεκρών και πολλές υλικές καταστροφές, αποδείχθηκε το αυτοκίνητο σωτήριο μέσο, γιατί τα περισσότερα άλογα είχαν επίσης σκοτωθεί ή τραυματιστεί, αν δεν είχαν διαφύγει και, όσα ήταν διαθέσιμα, δεν ήταν δυνατόν να αξιοποιηθούν με την άμαξα πάνω στα χαλάσματα. Το αυτοκίνητο χρησιμοποιήθηκε τότε για όλες τις δυνατές εργασίες μεταφοράς και ρυμούλκησης. Για τα έργα αποκατάστασης των καταστροφών στο Σαν Φρανσίσκο πούλησε η Standard Oil 60.000 λίτρα βενζίνης! Στα τέλη του 19ου αιώνα είχαν εντοπιστεί νέα πετρελαϊκά κοιτάσματα στο Κολοράντο, το Κάνσας και την Καλιφόρνια. Το μεγαλύτερο μέρος της άντλησης και διΰλισης πέρασε πάλι στην Standard Oil, αλλά όταν το έτος 1901 εντοπίστηκαν νεότερα κοιτάσματα στο Τέξας, κέρδισε τη συνεργασία με τους ιδιοκτήτες των πετρελαιοπηγών η εταιρία Shell, η οποία εξαγόρασε για 20 χρόνια το δικαίωμα άντλησης και διΰλισης με τουλάχιστον 25 σεντς το βαρέλι.

Η συμφωνία αυτή προκάλεσε σημαντικές πολιτικές αντιδράσεις, γιατί μια ευρωπαϊκή εταιρία αποκτούσε δικαιώματα στην αμερικάνικη αγορά πετρελαίου. Έτσι, το 1903 αναγκάστηκε η εταιρία Shell να εγκαταλείψει το συμβόλαιο και να υποκύψει στα, υποκινούμενα από τις αντίπαλες εταιρίες συνθήματα που ακούστηκαν έκτοτε με παραλλαγές σε διάφορες χώρες: «Τα αμερικάνικα πετρέλαια στους Αμερικάνους! Έξω οι ξένοι!» Τη θέση της Shell πήρε τότε μια νέα εταιρία που ιδρύθηκε, η Gulf Oil Corporation, η οποία έγινε μια από τις μεγαλύτερες πετρελαϊκές εταιρίες του κόσμου. Μια άλλη εταιρία που ιδρύθηκε για την εκμετάλλευση των τεξανικών κοιτασμάτων ήταν η Texas Fuel Company που μετωνομάστηκε αργότερα σε Texas Company και Texaco.

Αργότερα επεκτάθηκε η Texaco σε κοιτάσματα της Οκλαχόμα και έγινε με τη σειρά της επίσης μια από τις μεγαλύτερες πετρελαϊκές εταιρίες του κόσμου. Η ανάπτυξη της Texaco μείωσε το μερίδιο της Standard Oil στην αμερικάνικη πετρελαϊκή αγορά, αν και σε απόλυτες τιμές η παραγωγή και τα κέρδη αυξήθηκαν κατά πολύ. Έτσι, το 1911 κατείχε η Standard Oil το 60% της αμερικάνικης αγοράς, έναντι του 90% το έτος 1880. Με διάφορους μυθιστορηματικούς τρόπους δημοσιοποιήθηκαν κάποια στιγμή οι μέθοδοι επηρεασμού δημόσιων προσώπων από τον Ροκφέλερ και η εσωτερική πληροφόρηση που υπήρχε μεταξύ των διαφόρων εταιριών του τραστ για έλεγχο των τιμών. Μετά από πολυετείς δίκες αποφασίστηκε το έτος 1911 τελεσίδικα η διάσπαση της εταιρίας Standard Oil σε διάφορες ανεξάρτητες μικρότερες, σύμφωνα με τη νομοθεσία αντιτράστ.

Αν και ο ίδιος ο Ροκφέλερ βρέθηκε αρκετές φορές στα δικαστήρια κατηγορούμενος για διάφορες οικονομικού τύπου μεθοδεύσεις, ουδέποτε καταδικάστηκε επειδή, όπως έλεγαν οι αντίπαλοί του, εξαγόραζε υπαλλήλους, πολιτικούς, δικαστές και αντίπαλους δικηγόρους. Το 1913 ίδρυσε ο πάμπλουτος αυτός επιχειρηματίας το Ίδρυμα «Rockefellers' Foundation», με κεφάλαιο 500 εκατομμ. δολαρίων, με τα οποία χρηματοδοτήθηκαν κοινωνικά, επιστημονικά και καλλιτεχνικα έργα σε πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα. Στις αρχές του 21ου αιώνα διαθέτει αυτό το Ίδρυμα περιουσία περί τα 2 δισεκ. δολάρια.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Facebook