«Όσο τιμώνται στην πόλη τα πλούτη και οι πλούσιοι, τόσο περιφρονείται η αρετή και οι χρηστοί: Τιμωμένου δη πλούτου εν πόλει και των πλουσίων, ατιμοτέρα αρετή τε και οι αγαθοί.». (Πλάτων).

Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Ο Συνασπισμός των Ηλιθίων



Ένας συνασπισμός ηλίθιων εκδοτών των ΗΠΑ, που απέρριπταν ο ένας μετά τον άλλο ένα βιβλίο που 11 χρόνια αργότερα πήρε το βραβείο λογοτεχνίας Πούλιτζερ, έστρεψε το συγγραφέα του, που το θεωρούσε αριστούργημα, σε αυτοκτονία.

Ο Συνασπισμός των Ηλιθίων είναι το καλύτερο κωμικό βιβλίο που έχω διαβάσει στη ζωή μου, αλλά συνδέεται με μια πολύ τραγική ιστορία, την αυτοκτονία του συγγραφέα του επειδή το βιβλίο του απορρίφθηκε από όλους τους εκδότες στους οποίους το πρότεινε. Διάβασα το βιβλίο το 1981, όταν ήμουν στο Παρίσι, σε πολύ καλή Γαλλική μετάφραση (είναι δύσκολο να μεταφραστεί επειδή πολλές σελίδες του είναι γραμμένες σε διάλεκτο της Νέας Ορλεάνης) και εντυπωσιάστηκα, δεν είχα διαβάσει ποτέ κάτι παρόμοιο. Το έχω διαβάσει άλλες τέσσερις φορές από τότε, πάντα με την ίδια απόλαυση. Δεν εντυπωσιάστηκα καθόλου που κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ μετά θάνατον, το βιβλίο είναι πραγματικά, όχι απλά καλό, είναι κάτι παραπάνω, σπάνιο, αλλά βέβαια αυτή η κατόπιν εορτής βράβευση τονίζει την πολύ μεγάλη αδικία που έγινε στο συγγραφέα Τζον Κέννεντυ Τουλ.

Δυο λόγια για τον αυτόχειρα. Ο Τζον Κέννεντυ Τουλ (1937-1969) γεννήθηκε στη Νέα Ορλεάνη και ήταν το τυπικό παράδειγμα παραχαϊδεμένου από τη μητέρα του παιδιού. Γεννήθηκε με ταλέντα, κυρίως μεγάλη ευφυία, ήταν πάντα ο καλύτερος μαθητής, ενδιαφερόταν πολύ για τα βιβλία και τις τέχνες, ήταν πολύ συναισθηματικό και ντροπαλό παιδί, παρά τα ταλέντα του. Η επίσης πανέξυπνη και ιδιαίτερα κυριαρχική μητέρα του, τον επηρέαζε όπως και όποτε μπορούσε. Η σχέση με τον ασθενικό πατέρα του ήταν αρκετά χαλαρή, τους ένωνε μια κοινή αγάπη για τα αυτοκίνητα και το μπέιζμπολ, αλλά ο πραγματικός αρχηγός της οικογένειας ήταν η αυταρχικήκαι υπερπροστατευτική κυρία Θέλμα Τουλ, η οποία αποφάσισε, όταν ο Τζον ήταν 10 ετών, να τον στρέψει στον κόσμο του θεάματος. Ο μικρός, που είχε το μοναδικό ταλέντο να κάνει τους άλλους να γελούν, πρωταγωνίστησε σε θεατρικές παραστάσεις, με ιδιαίτερη επιτυχία και κέρδισε τα πρώτα του χρήματα, χωρίς να δείξει όμως ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις προοπτικές που ανοίγονταν μπροστά του, δεν τον ενδιέφερε η σκηνή. Αντίθετα, έγραφε πολύ, τα κείμενά του εντυπωσίαζαν πολύ γονείς, συγγενείς και φίλους και βραβεύονταν συνεχώς στο σχολείο. Στο γυμνάσιο συνδέθηκε με φιλία με τον Lary McGee και τα έφτιαξε με την αδελφή του Jane. H Jane δήλως,ε μετά την αυτοκτονία, ότι ο νεαρός Τζον έκανε τα πάντα για να μην επιστρέψει στο σπίτι του, ήθελε να μείνει για πάντα στο σπίτι των φίλων του.

Σπούδασε Αγγλική λογοτεχνία στο Columbia University και αμέσως μετά εργάστηκε ως βοηθός καθηγητής Αγγλικών στο πανεπιστήμιο της Λουιζιάνα. Είχε ταλέντο κωμικού και απέκτησε μεγάλη φήμη επειδή έλεγε αστεία που έκαναν τους άλλους να πέφτουν στο πάτωμα από τα γέλια, ενώ ο ίδιος παρέμενε σοβαρός ως το τέλος. Όπως ήταν επόμενο, τον καλούσαν πρώτο-πρώτο σε όλα τα πάρτι, ήταν και εξαιρετικός χορευτής, και όλοι ήθελαν τη φιλία του. Όπως περιέγραψαν φίλοι, συνάδελφοι στο πανεπιστήμιο, αλλά και φοιτητές του, ήταν καταπληκτικό άτομο, με τεράστια μόρφωση και ήθος, απίστευτο χιούμορ, ευγένεια και ευφυία. Όλοι είχαν κάτι καλό να πουν γι’ αυτόν. Η μόνη εξαίρεση, που παρατηρήθηκε από όλους, ήταν όταν ερχόταν να τον επισκεφτεί η μητέρα του. Τότε γινόταν απόμακρος, σκοτεινός, νευρικός...

Σε ηλικία 22 ετών απέρριψε πρόταση του πανεπιστημίου για την απόκτηση PH.D,ενώ δέχθηκε τη θέση καθηγητή στο κολέγιο. Εκεί άφησε εποχή, όχι επειδή ήταν ο νεαρότερος καθηγητής ή επειδή παρέδιδε με καταπληκτικό τρόπο, αλλά επειδή οι μαθητές τον λάτρευαν, τους έκανε να γελούν ξαφνικά, στη διάρκεια του μαθήματος, ενώ ο ίδιος κατάφερνε και παρέμενε σοβαρός. Ξέρουμε ότι του άρεσαν πολύ τα μπλουζ, οι ποιητές μπητ και η Μέριλιν Μονρόε με την οποία, όπως ο ίδιος ομολόγησε κάποτε, είχε εμμονή. Αποφάσισε να πάρει το Ph.D του από το πανεπιστήμιο Columbia, πράγμα που έκανε, αλλά πάνω στην πιο ευτυχισμένη περίοδο της ζωής του, όπου δίδασκε, έγραφε, διάβαζε, έβγαινε με κοπέλες και άκουγε τα αγαπημένα του μπλουζ, τον κάλεσε ο στρατός, το 1961. Τα κατάφερε αρκετά καλά και εκεί, ανακάλυψε λίγο αργότερα στο ραδιόφωνο και τη μουσική των Beatles, και την λάτρεψε, και άρχισε να γράφει, με τη γραφομηχανή ενός φίλου, το αριστούργημά του Συνασπισμός Ηλιθίων. Ο φίλος πήρε μετάθεση και ο Τζον υποχρεώθηκε να αγοράσει δική του γραφομηχανή. Ήρωας του βιβλίου του είναι ο παχύσαρκος, δηκτικός και οξύθυμος διανοούμενος Ιγνάτιος Ρέιλυ που ζει με τη μαμά και τη γιαγιά του, που δεν τον αφήνουν να διαβάσει και να γράψει με την ησυχία του, αλλά με φωνές, εκβιασμούς και απειλές, καταφέρνουν να τον στείλουν να δουλέψει, αφού οι σπουδές του δεν τελειώνουν ποτέ (είναι γύρω στα 30) και τα φέρνουν πολύ δύσκολα βόλτα. Η καταστροφή αρχίζει ακριβώς όταν ο διανοούμενος, που ζει προφανώς στον πλανήτη των βιβλίων και δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα, αρχίζει να δουλεύει. Δεν το θέλει πάντα, αλλά κάνει σμπαράλια τις δουλειές όπου έχουν την ατυχία να τον προσλάβουν, ενώ στέλνει σε ψυχιάτρους τα αφεντικά του που δεν ξέρουν πώς να τον αντιμετωπίσουν. Το βιβλίο είναι γραμμένο αριστοτεχνικά, στην αρχή περιγράφεται η αντικειμενική πραγματικότητα, τι συνέβη την τάδε μέρα, αλλά στη συνέχεια διαβάζουμε το ημερολόγιο όπου περιγράφει ο ίδιος ο Ιγνάτιος τις εντυπώσεις του από την ίδια μέρα και βέβαια οι διαφορές είναι ξεκαρδιστικές. Ο Ιγνάτιος έχει πάθος με το Μεσαίωνα και αντιπαθεί το ...σεξ. Έχει μια φιλενάδα, τη Μίρνα Μίνκοφ, η οποία όμως βρίσκεται μακριά, σπουδάζει στη Νέα Υόρκη και κάθε τόσο διαβάζουμε την αλληλογραφία τους. Η Μίρνα είναι φεμινίστρια, μαρξίστρια, αριστερίστρια και εξαγριώνει με τις ιδέες της τον Ιγνάτιο που την κατακεραυνώνει με πολυσέλιδες επιστολές, αλλά αυτή φαίνεται να το διασκεδάζει και με τις σύντομες απαντήσεις της τον εξαγριώνει ακόμα περισσότερο. Αν και δεν θέλει να το παραδεχτεί, η Μίρνα τον επηρεάζει, σε μια δουλειά, στα μπλουτζίν Λιβάις, ο Ιγνάτιος καταφέρνει να πάρει μαζί του τους μαύρους εργάτες και να οργανώσουν μια μεγάλη απεργία που φέρνει δάκρυα στα μάτια από τα γέλια, αλλά προσφέρει και μια εξαιρετικά διεισδυτική ματιά στον ψυχισμό των αφεντικώ, τα οποία κυριολεκτικά γελοιοποιούνται

Κάποτε καταλαβαίνει ότι πρέπει να ξεφύγει από τη μισθωτή εργασία και να ανοίξει δική του δουλειά, παίρνει λοιπόν ένα τρίκυκλο και πουλάει χοτ ντογκ. Μπαίνει όμως σύντομα μέσα γιατί δεν μπορεί να αντισταθεί στη λαιμαργία του, τρώει περισσότερα χοτ ντογκ απ’ όσα πουλάει... Αν και υπάρχουν παντού αστεία, και μερικά μάλιστα ξεκαρδιστικά, υπάρχει και μια διάχυτη λύπη στο βιβλίο, μια μαυρίλα. Οι άνθρωποι καταντούν αχρείοι και ξετσίπωτοι μέσα στην αναζήτηση του κέρδους που κατακτά όλη τους τη ζωή και τους στερεί την ανθρωπιά τους. Το βιβλίο θα μπορούσε να είναι άνετα καταθλιπτικό αν ο Κέννεντυ Τούλ δεν αποφάσιζε να ασχοληθεί μόνο με τη γελοία πλευρά του θέματος. Όσο δεξιοτεχνικά κι αν το κάνει, είναι ο ίδιος δυστυχισμένος, δεν έχει βρει το δρόμο του, η εξάρτησή του από τη μητέρα του τον ενοχλεί ιδιαίτερα, όπως ο ήρωάς του, αν και έχει τόσα διπλώματα, εργάζεται ως καθηγητής κολλεγίου, δεν έχει συναντήσει ακόμα τη γυναίκα της ζωής του και ο στίβος της πραγματικότητας όπου θριαμβεύει το αμερικανικό όνειρο, τον αηδίαζε. Αποφάσισε να γράψει ένα αριστούργημα, όπως είπε σε κάποιους φίλους, δούλεψε 5 ολόκληρα χρόνια και το έγραψε.

Ολοκλήρωσε το βιβλίο του το Φεβρουάριο του 1964 και το έστειλε στις εκδ. Simon & Shuster που το απέρριψαν, αν και το βρήκαν πολύ καλό. Πείσμωσε και προσπάθησε να το εκδώσει αλλού, αλλά παντού του το απέρριπταν. Το χειρότερο ήταν ότι όλοι το έβρισκαν καταπληκτικό, αλλά πολύ προχωρημένο για το κοινό και φοβόντουσαν την οικονομική αποτυχία. Το πήρε πολύ άσχημα, άρχισε να πίνει και φαίνεται ότι τον κέρδισε σιγά-σιγά, αλλά ολοκληρωτικά, η κατάθλιψη. Το 1968 ήταν ιδιαίτερα δύσκολη χρονιά για τον Τζον, δολοφονήθηκαν δύο αγαπημένοι του πολιτικοί, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και ο Ρόμπερτ Κέννεντυ. Η μητέρα του έστειλε το βιβλίο σε ένα γνωστό της, τον Hondy Carter, δημοσιογράφο και εκδότη, ο οποίος επίσης το βρήκε πολύ ενδιαφέρον, αλλά το απέρριψε. Αυτή η τελευταία απόρριψη βύθισε ακόμα περισσότερο τον νεαρό συγγραφέα στην κατάθλιψη. Εκείνη την εποχή ήρθε να τον επισκεφτεί ένας φίλος του από το στρατό, ο David Kubach, ο οποίος δήλωσε αργότερα ότι ο φίλος του υπέφερε ολοφάνερα από παράνοια. Σε μια βόλτα που έκαναν με το αυτοκίνητο, ο Τουλ παραπονιόταν συνέχεια ότι τον παρακολουθούσαν. Σε λίγο άλλαξε και η εξωτερική του εμφάνιση, πάχυνε λόγω ποτού, δεν ξυριζόταν ούτε κουρευόταν ενώ φορούσε συνέχεια τα ίδια ρούχα και έβγαινε σπάνια από το σπίτι. Στις 26 Μαρτίου 1969, πήγε με το αυτοκίνητο στην εξοχή, συνέδεσε την εξάτμιση του αυτοκινήτου με ένα λάστιχο και πέθανε από ασφυξία, εισπνέοντας το διοξείδιο της εξάτμισης, πρέπει κανείς να το θέλει πολύ για να αυτοκτονήσει με αυτό τον τρόπο...

Η μητέρα του έπαθε κατάθλιψη με την αυτοκτονία του γιού της, για δυο χρόνια. Στη συνέχεια θυμήθηκε ότι ο Τζον Κέννεντυ της είχε πει ότι είχε γράψει ένα αριστούργημα, βρήκε τα χειρόγραφα στο συρτάρι της σοφίτας, όπου ήταν το γραφείο του Τζον και προσπάθησε να βρει εκδότη. Η προσπάθειά της κράτησε 5 ολόκληρα χρόνια, το βιβλίο του γιού της απορρίφθηκε από άλλους 7 εκδοτικούς οίκους. Τα κατάφερε τελικά όταν πρότεινε το βιβλίο στον συγγραφέα Walker Percy που εργαζόταν στο πανεπιστήμιο Loyola της Νέας Ορλεάνης. Ο Percy έπεσε από τα σύννεφα, βρήκε καταπληκτικό το βιβλίο και παρά τις οικονομικές δυσκολίες, δημοσίευσε επιτέλους το βιβλίο, με δικό του (και πολύ καλό) πρόλογο, το 1980, έντεκα χρόνια μετά την αυτοκτονία του συγγραφέα του. Σε λίγους μήνες πούλησε εκατομμύρια αντίτυπα, στην Αμερική και όπου αλλού μεταφράστηκε, απέφερε εκατομμύρια στην Θέλμα και τον Walker και κέρδισε και το βραβείο Πούλιτζερ.

Το μεγάλο κρίμα της ηλιθιότητας των εκδοτών στην Αμερική της δεκαετίας του 1960 είναι ότι υποχρέωσαν τον Τουλ να αυτοκτονήσει και αν κρίνουμε από το αριστούργημα που έγραψε, θα μπορούσε να μας είχε χαρίσει και πολλά άλλα, αφού ήταν μόλις 32 ετών όταν αυτοκτόνησε. Στην Ελλάδα το βιβλίο έχει εκδοθεί από τις εκδ.Καστανιώτη, με πολύ καλή μετάφραση, αλλά δεν έχει διαφημιστεί καθόλου, ή πολύ λίγο. Όποιος όμως θέλει να διαβάσει κάτι πραγματικά σπάνιο, μπορεί να το βρει. Είμαι πραγματικά περίεργος να δω αν το έχει διαβάσει κάποιος φίλος των Διαλόγων.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Facebook