«Όσο τιμώνται στην πόλη τα πλούτη και οι πλούσιοι, τόσο περιφρονείται η αρετή και οι χρηστοί: Τιμωμένου δη πλούτου εν πόλει και των πλουσίων, ατιμοτέρα αρετή τε και οι αγαθοί.». (Πλάτων).

Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

Έναν γιατρό, να μας πει ότι θα γίνουμε καλά, ρε παιδιά…



Ένας φίλος μου απασχολεί στη δουλειά του 43 ανθρώπους. Η επιχείρησή του, όπως πολλές άλλες, έχει πληγεί άσχημα λόγω της οικονομικής κρίσης. Οι εποχές που οι κότες γεννούσαν χρυσά αυγά, μοιάζουν πολύ, μα πάρα πολύ μακρινές. Ο φίλος μου δεν έκανε λίρες τα χρυσά του αυγά, και να τις στείλει έξω σε τράπεζες ελβετικές, κυπριακές ή σε διάφορους off-shore παραδείσους. (Αλήθεια, αν είναι έτσι ο Παράδεισος, Θεέ μου, στείλε με, Σε παρακαλώ, σε βραχονήσι του άλλου κόσμου!). Τα χρήματα, λοιπόν, που έβαλε στη μπάντα, σήμερα, στα δύσκολα, πιάνουν τόπο όσο ποτέ. Γιατί εδώ είναι, τώρα, το μεγάλο του στοίχημα: Να κρατήσει την επιχείρησή του ζωντανή.

Η επιχείρηση – δεν σταματά να λέει ο φίλος – είναι, πάνω απ’ όλα, οι άνθρωποί της. Αυτούς τους ανθρώπους, τους υπαλλήλους του, τους ξέρει όλους με τα μικρά τους ονόματα. Ξέρει τις οικογένειές τους, μαθαίνει τα νέα των παιδιών τους, μοιράζεται τις χαρές και τις λύπες τους. «Είναι», λέει, «σαν δική μου οικογένεια – μερικούς τους ξέρω πάνω από τριάντα χρόνια τώρα». Οι αριθμοί, όμως, είναι αδυσώπητοι. Κάθε μέρα η επιχείρηση ζημιώνει. Εάν δεν πάρει κάποια μέτρα, και εάν συνεχιστεί (που ΘΑ συνεχιστεί, ίσως και για περισσότερο καιρό απ’ όσο νομίζουμε) αυτή η κρίση, με μαθηματική ακρίβεια το «καράβι» θα αρχίσει να μπάζει νερά, και όλοι ξέρουμε τι συμβαίνει τότε – ΚΑΙ στο «καράβι», ΚΑΙ στο πλήρωμα.

Ο φίλος προσπαθεί να αποφύγει αυτό το κακό σενάριο. Έχει το πλάνο του, έχει και τα εναλλακτικά του σχέδια, γιατί είναι άγριος και, κυρίως, απρόβλεπτος ο καιρός, και ο καλός καπετάνιος πρέπει να προσαρμόζεται. Μέσα σ’ όλα αυτά τα «σχέδια και κόντρα-σχέδια», υπάρχει και ένας, δικός του, όμως, απαράβατος όρος, που πάει κόντρα στην αυστηρότητα της λογιστικής. Μία γραμμή, όπως λέει, που δεν θα την περάσει με τίποτα. Και που είναι ότι «δεν θα απολύσω κανέναν». Φώναξε το προσωπικό του, και εξήγησε σε όλους πως έχει η κατάσταση – αν και δεν χρειαζόταν, αφού όλοι οι υπάλληλοί του είναι ΜΕΣΑ στη δουλειά, και ξέρουν κάθε πτυχή της, καλή και άσχημη. Τους ζήτησε, λοιπόν, να βάλουν πλάτη. Να βοηθήσουν να μη βυθιστεί το πλοίο. Τους πρότεινε να δεχτούν μία μικρή μείωση του μισθού τους, ξεκινώντας βεβαίως από τους πιο υψηλόμισθους. Και τους υποσχέθηκε, μόλις περάσει η φουρτούνα, «να αποζημιωθούμε όλοι για τις θυσίες».

Οι υπάλληλοι δέχτηκαν με χαρά, όπως λέει, την πρότασή του. Αλλά εκείνος, νιώθοντας άβολα ακόμα και για την πρώτη, μικρή περικοπή που έκανε, προσπαθεί να «ισοφαρίσει» βγάζοντάς τους έξω σε κανά ταβερνάκι μια-δυο φορές τον μήνα με τις οικογένειές τους, εξασφαλίζοντάς τους εκπτώσεις από μία αλυσίδα σουπερμάρκετ με την οποία εμπλέκεται, σε διοικητικό επίπεδο, στενός τους φίλος, και γενικά ευρισκόμενος πιο κοντά τους στις δύσκολες αυτές στιγμές που περνάνε. «Δεν μπορείς να φανταστείς», μου έλεγε τις προάλλες, «πόσο, προς το καλύτερο, έχει αλλάξει η διάθεσή τους για δουλειά». Τώρα, μέσα στην κρίση. Με τον μισθό τους κλαδεμένο. Μερικοί, μάλιστα, εργάζονται οικιοθελώς περισσότερες ώρες από πριν, «και για πρώτη φορά βλέπω κάποιους να βοηθούν συναδέλφους τους κάνοντας δικές τους δουλειές όποτε χρειαστεί». Αυτό το «παραμυθένιο σενάριο», όπως μπορεί να το πουν πολλοί, δεν είναι καθόλου τέτοιο. Είναι, απλώς, η πραγματική ιστορία μιας επιχείρησης, ενός επιχειρηματία και των υπαλλήλων του, σε μία χώρα που, εάν λειτουργούσε και αυτή έτσι, θα είχε πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να βγει από την φουρτούνα καλύτερη απ’ όταν μπήκε σε αυτήν. Μια τέτοια «καθοδήγηση» χρειάζεται και ο τόπος.

Καθοδήγηση που να θέτει σε πρώτη μοίρα τον άνθρωπο. Εντάξει η διάγνωση. Εντάξει το «μάλωμα» του ασθενή. Εντάξει και η τιμωρία (που δεν την είδαμε ακόμα) όσων επέφεραν αυτήν την βαριά αρρώστια. Εντάξει, η «νέα συνταγογραφηση» (με η χωρίς την σφραγίδα της τρόικας). Εντάξει η αυστηρή υπενθύμιση πως «αν δεν αλλάξουμε, βουλιάζουμε». Αλλά, … …χρειάζεται και ένα φιλικό κτύπημα στην πλάτη αυτός ο έρμος ο ασθενής. Έναν λόγο καλό, που θα τον κάνει να πιστέψει πράγματι, ότι άμα βγει από αυτό το λούκι, η ζωή του θα είναι καλύτερη από πριν. Ξέρω επιχειρήσεις, ακόμα και στον δικό μου κλάδο, των ΜΜΕ, που έχουν γονατίσει από την κρίση, αλλά ταυτόχρονα έχουν τσακίσει το προσωπικό τους, που έχει χάσει κάθε όρεξη για δουλειά, έχει αγριέψει ο ένας με τον άλλον, και το ναυάγιο μοιάζει αναπόφευκτο… Δηλαδή, όραμα γυρεύει να δει κάθε πολίτης αυτού του τόπου που, εδώ και περίπου 1 χρόνο τώρα, νιώθει να τον στέλνουν κάθε μέρα για κούρεμα.

Έχει ανάγκη να του δείξει κάποιος πως θα είναι αυτή η «καινούργια μέρα», αλλά και να τον κάνει να πιστέψει ότι πράγματι θα είναι έτσι. Ζητούνται, με άλλα λόγια, εμπνευσμένοι και φωτισμένοι ηγέτες, και τέτοιοι δεν φαίνεται να υπάρχουν σήμερα. Ένας σύγχρονος Γκάντι, ας πουμε. Ή ένας Μαντέλα. Που και οι δύο «έβγαλαν» τη χώρα τους από πολύ χειρότερες καταστάσεις. Λένε, λοιπόν, πως είμαστε τώρα «στην καρδιά της κρίσης». Το «κλίμα» έξω, στον κόσμο εννοώ, δεν είναι καλό – όλοι το νιώθουμε κάθε μέρα. Η αίσθηση που υπάρχει σήμερα, είναι ότι μπορεί και να μην τα καταφέρουμε.

Ότι είναι αδύνατον να χαμηλώσει ουσιαστικά το χρέος μας, και να μικρύνει το έλλειμμα. Ότι η χρεοκοπία είναι πιο κοντά. Αυτή η αίσθηση, δεν θεραπεύεται με διαψεύσεις, και απόδοση ευθυνών «σε ξένα κέντρα» ή πολύχρωμα, λαλίστατα παπαγαλάκια. Θεραπεύεται μόνο με το να δείξουν έμπρακτα, αυτοί που κυβερνούν, στον απλό κοσμάκη ότι είναι κοντά του. Δεν αρκεί το φάρμακο. Μερικοί ασθενείς γίνονται καλά όχι όταν καταπιούν το χάπι ή το σιρόπι, αλλά όταν τους πάρει ο γιατρός τους τηλέφωνο προσωπικά, τους ρωτήσει «πώς είσαι;», και τους κάνει να πιστέψουν ότι «θα γίνεις καλά».

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Facebook