Πάντα να ξαναρχίζεις ...

Σάββατο, 12 Φεβρουαρίου 2011

Studio 54 – Sex, drugs και χρυσόσκονη

Αμέτρητες ιστορίες, happenings και εμφανίσεις που ξεπερνούσαν τα καθιερωμένα. Ακρότητες, πολυτέλεια, εκκωφαντική μουσική, εκλεκτοί καλεσμένοι. Ένα ντελίριο λάμψης, ηδονισμού και ναρκωτικών, που ακροβατούσαν ανάμεσα σε σκοτάδι και φως.

Το Studio 54, μια από τις πιο θρυλικές ντίσκο όλων των εποχών, υπήρξε απόλυτο στέκι για τους διάσημους που μεσουρανούσαν στα ‘70s και ‘80s, για τους φιλόδοξους «nobodies» αλλά και για τους απλούς ανθρώπους, που ήθελαν να γευτούν βραδιές μακριά από τα καθιερωμένα.

Οι δύο νέοι, τότε, Steven Rubell και Ian Schrager, ένιωσαν τον παλμό της εποχής και τόλμησαν να αλλάξουν τα δεδομένα της νυχτερινής διασκέδασης, μια για πάντα. Ακόμα και σήμερα, που τίποτα δεν θυμίζει εκείνα τα χρόνια, το οίκημα αναφέρεται συχνά ως Studio 54, μόνο που τώρα είναι μια κοινότητα που συγκεντρώνει πολλούς ανθρώπους με ποικίλα ενδιαφέροντα. Στεγάζει θέατρο, γραφεία, αλλά και εκπαιδευτικά ιδρύματα, όπως το Mandl School, και το Allied Health College.

Προς το τέλος της δεκαετίας του '70, ειπώθηκαν πολλά για το μέγεθος της φήμης του club. Κάποιοι το χαρακτήριζαν ως το πιο γνωστό νυχτερινό κέντρο διασκέδασης στον κόσμο. Αδιαμφισβήτητα, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εξάπλωση της disco μουσικής, καθώς και στην διαμόρφωση της κουλτούρας της νυχτερινής ζωής.

Έφερε μεγάλες αλλαγές στον τρόπο διασκέδασης και άλλαξε την δομή του clubbing, με στοιχεία που επικρατούν μέχρι και σήμερα. Ιστορικό θα παραμείνει και το μουσικό άλμπουμ – αφιέρωμα στην disco μουσική, «A Night at Studio 54», το οποίο κυκλοφόρησε το 1979 από την Casablanca Records.


Όταν το club ήταν… όπερα

Κι όμως ήταν! Πολύ πριν το Studio 54, το 1927, το κτίριο ξεκίνησε να λειτουργεί ως την τότε γνωστή Gallo Opera House από τον Fortune Gallo και τον όμιλο San Carlo Opera. Σαν όπερα δεν είχε μεγάλη προσέλευση, ενώ άλλαξε αρκετές φορές το όνομά της μέσα στην επόμενη δεκαετία, σε New Yorker Theater, Casino de Paree (dinner theater), Palladium Theater και, το 1937, σε Federal Music Theater.

Το ’37 ανέκαμψε για λίγο και αργότερα την ίδια χρονιά, άλλαξε και πάλι (!) ονομασία, γυρίζοντας στο New Yorker Theater. Ίσως όλες αυτές οι αλλαγές να ήταν ένας μικρός προάγγελος για την αίσθηση που επρόκειτο να προκαλέσει μερικά χρόνια αργότερα το κτίριο αυτό, που από τη «γέννησή» του ήταν σε όλα του…διαφορετικό!

Η εποχή του CBS

Το 1942, το CBS αγόρασε τα δικαιώματα και το μετονόμασε σε Studio 52. (Τια την ιστορία, το CBS ονόμαζε τα studios κατά σειρά αγοράς και ο αριθμός δεν είχε καμία σχέση με την τοποθεσία του κτιρίου). Το Studio 52 ήταν τώρα ο χώρος για τις ραδιοφωνικές εκπομπές του CBS και από το ’50 έως και τα μέσα του ’70, έγινε και τηλεοπτικό στούντιο, που φιλοξένησε δημοφιλείς εκπομπές εκείνης της εποχής, όπως «What's My Line?», «The $64,000 Question», «Password», «To Tell the Truth», «Beat the Clock», «The Jack Benny Show», «I've Got a Secret», «Ted Mack's Original Amateur Hour», «Captain Kangaroo» και «Johnny Carson Showand».

Και το όνομα αυτού… Studio 54

Το CBS ξεκίνησε το ’76 τις διαπραγματεύσεις για την πώληση του Studio 52. Τότε ήταν η εποχή που τα ενδιαφέροντα του κοινού κυμαίνονταν έντονα γύρω από την τέχνη και τη μόδα, κάτι που ώθησε το κτίριο στην ιστορική αλλαγή που επρόκειτο να το καθιερώσει. Η μετατροπή του σε μοντέρνα disco. Η Carmen D'Alessio, υπεύθυνη δημόσιων σχέσεων του ιταλού σχεδιαστή Valentino και διοργανώτρια πολλών fashion parties της εποχής, ενθάρρυνε τους επιχειρηματίες, Steve Rubell και Ian Schrager, να περάσουν από το Μανχάταν και τους σύστησε στο εγχώριο jet-set.

Ένα γεύμα γνωριμίας, μαζί με τους Andy Warhol, Halston, και Calvin Klein ήταν η αρχή μιας χρυσής εποχής. Οι δύο επιχειρηματίες ξεκίνησαν από την προώθηση άλλων clubs, μέχρι την άνοιξη του 1977, όπου το Studio 54, στο 54th Street του Μανχάταν, ήταν έτοιμο για να ταράξει τα νερά της νυχτερινής ζωής στη Νέα Υόρκη. Από την πρώτη στιγμή που οι δύο επιχειρηματίες μπήκαν στο χώρο, τον λάτρεψαν και σε μια εβδομάδα τον είχαν κιόλας νοικιάσει.

Η επίθεση των αρχών

Μόλις ένα μήνα από το άνοιγμα, το club δέχτηκε επίθεση από τις αρχές της Νέας Υόρκης, για παράνομη πώληση αλκοολούχων ποτών, με αποτέλεσμα να κλείσει. Οι ιδιοκτήτες σχολίασαν το απρόσμενο και όχι και τόσο κομψό γεγονός, ως μια «παρανόηση».

Το επόμενο βραδύ το Studio 54 άνοιξε πάλι, σερβίροντας δωρεάν χυμούς φρούτων και σόδα, αντί για ποτό. Πριν από την επιδρομή των αρχών, το μαγαζί χρησιμοποιούσε ημερήσια άδεια κατανάλωσης αλκοόλ, μόνο, όμως, για γαμήλιες ή πολιτικές συγκεντρώσεις, αφού το κράτος είχε αρνηθεί να συναινέσει για κάτι παραπάνω. Έτσι, χρησιμοποιούσε τις άδειες αυτές, περιμένοντας την επίσημη, ώστε να σερβίρει αλκοόλ νόμιμα.

No matter who you are…

Τα εγκαίνια του Studio 54 ξεχείλισαν από celebrities της εποχής. Ηθοποιοί, τραγουδιστές, άνθρωποι της μόδας, της τέχνης και πολλοί άλλοι κατέκλεισαν την disco από άκρη σε άκρη. Mick και Bianca Jagger, Liza Minnelli, Jerry Hall, Halston, Margaux Hemingway, Mikhail Baryshnikov, Salvador Dali, Brooke Shields, Francesco Scavullo, Cher, Michael Jackson, Martha Graham, Debbie Harry, οι τότε νιόπαντροι Donald και Ivana Trump και οι φρεσκοαρραβωνιασμένοι Rick Hilton και Kathy Richards (γονείς της Paris Hilton). Ακόμα και αν φαίνεται παράξενο, υπήρξαν και celebrities,που «έφαγαν πόρτα»! Και τα ονόματα αυτών: Warren Beatty, Woody Allen, Diane Keaton, Henry Winkler, και Frank Sinatra! Υπήρχαν, μάλιστα, περίπου 700 άτομα που πλήρωναν το αντίτιμο των 8 δολαρίων, ώστε να μπορούν να μπαίνουν στο club κάθε βράδυ!

Οι συνιδιοκτήτες του Studio 54, Rubell και Schrager, ήταν δύο εξίσου εύστροφοι επιχειρηματίες, αλλά και πολύ διαφορετικοί ως άνθρωποι. Ο πρώτος ήταν πιο εξωστρεφής και κοινωνικός, ενώ ο δεύτερος πάντα διακριτικός και χαμηλών τόνων. Ο Rubell έγινε ευρέως γνωστός, για τον τρόπο επιλογής ατόμων από την πόρτα του club. Κάθε βράδυ έβγαινε για να «ψαρέψει» τους τυχερούς hand-selecting guests μέσα από το πάντοτε τεράστιο πλήθος, που συνωστιζόταν απ’ έξω και ήταν μια μίξη από άσημους clubbers και γνωστές προσωπικότητες.


Όλοι όμως είχαν ένα κοινό. Ήθελαν ένα βράδυ στο Studio 54. Σε συνέντευξή του, ο Rubell είχε πει: «Δεν θέλω το Studio 54 να γίνει ένας χώρος για ψωνιστήρι. Πρέπει να έρχονται εδώ για να διασκεδάσουν και όχι για να βρουν ερωτικό σύντροφο». Σχετικά με το ύφος και την ατμόσφαιρα του club: «Είναι μπαϊσέξουαλ. Πολύ μπαϊσέξουαλ. Πολύ, πολύ, πολύ μπαϊσέξουαλ. Και αυτό είναι το κριτήριο με το οποίο επιλέγουμε τους θαμώνες. Θέλουμε να είναι όλοι εμφανίσιμοι και να έχουν διάθεση να διασκεδάσουν. (Οι σερβιτόροι) είναι εξίσου σημαντικοί όσο και οι φωτισμοί, και ο ήχος και όλα τα άλλα.

Βρίσκονται μέσα σε έναν απόλυτα ατμοσφαιρικό χώρο, όπου πρέπει και αυτοί να διασκεδάζουν και να χορεύουν. Τους παροτρύνω να είναι φιλικοί, να περνάνε καλά και να είναι πολύ πολύ χαλαροί. Όλοι οι άνθρωποι που βρίσκονται μέσα στην ντίσκο πρέπει να περνούν ωραία και να ξεχνούν όλα τους τα προβλήματα.» Για την αυστηρή πόρτα: «Από τη στιγμή που περνούν την πόρτα, μπορούν να κάνουν ό,τι τους αρέσει. Μερικοί λένε πως είναι πολύ δύσκολο να περάσεις αυτήν την πόρτα, έτσι όμως έχουμε αυτούς που ταιριάζουν στον χώρο». Ο λονδρέζος δημοσιογράφος Keith Barker-Main, δεν θα ξεχάσει ποτέ την πρώτη φορά που πάτησε στο Studio 54. Ανήλικος ακόμα, στεκόταν νευρικά στο πίσω μέρος του πλήθους, υποκρινόμενος ότι δεν τον ενδιέφερε και πολύ αν θα κατάφερνε να μπει. Φορούσε μια μαύρη, ψαλιδισμένη μπλούζα με ένα λογότυπο που έγραφε «Fuck Studio 54!». Αυτή η μπλούζα ήταν η αφορμή για να τον πιάσει αμέσως το μάτι του Rubell. Το αποτέλεσμα ήταν να κερδίσει την ιδιότητα μέλους στο club, για πάντα και μάλιστα από τον ιδιοκτήτη, ο οποίος μάλλον εντυπωσιάστηκε από το θράσος του μικρού.

Sex, drugs και χρυσόσκονη

«Το Studio» ή το «54», όπως το αποκαλούσαν εν συντομία, δεν ήταν μόνο ένας χώρος διασκέδασης και δημοσίων σχέσεων. Ήταν ο ναός της ηδονής και της έκφρασης των μυστικών αδυναμιών όσων περνούσαν από εκεί. Τα μπαλκόνια του club ήταν γνωστά σημεία σεξουαλικών συνευρέσεων, ενώ η χρήση ναρκωτικών ήταν αχαλίνωτη. Στην πίστα του χορού ήταν σχεδιασμένη μια απεικόνιση ενός ανθρώπου στο φεγγάρι που τον περιέβαλε ένα κινούμενο κουτάλι κοκαΐνης. Πολλοί θυμούνται τις μοναδικές «Κυριακές στο Studio», που παρουσίαζε ο Michael Fesco.Υπεύθυνος για τον σχεδιασμό ήταν ο Robert Isabell. Αυτός είχε ετοιμάσει τέσσερις τόνους χρυσόσκονης για το αξέχαστο, μεγάλο πάρτι που θα γινόταν μια Παραμονή Πρωτοχρονιάς στο club. Ο ιδιοκτήτης Ian Schrager, περιέγραψε την ατμόσφαιρα ως την απόλυτη αίσθηση της μαγείας, κάτι σαν να περπατάς πάνω σε αστερόσκονη, με το glitter να είναι τόσο, ώστε, όσοι είχαν βρεθεί εκεί την βραδιά εκείνη να βρίσκουν χρυσόσκονη στα ρούχα ή στα σπίτια τους, ακόμα και μήνες αργότερα.

Το τελευταίο πάρτι

Τον Δεκέμβριο του 1978, από τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του, το Studio 54, είχε κερδίσει 7 εκατομμύρια δολάρια,. Ο Rubell, μίλησε σε εφημερίδες, της Νέας Υόρκης, για αυτή την επιτυχία, κάνοντας την χαρακτηριστική δήλωση: «Μόνο η μαφία έβγαλε περισσότερα χρήματα». Από εκείνη τη στιγμή και πολύ σύντομα, το Studio δέχτηκε επιθέσεις και οι Rubell και Schrager συνελήφθησαν για κλοπή 2.5 εκατομμυρίων δολαρίων. Μετά τις συλλήψεις, ο Rubell κατηγόρησε τον Hamilton Jordan, προϊστάμενο του προσωπικού του Λευκού Οίκου, του Jimmy Carter, για λήψη κοκαΐνης στο υπόγειο του club. Μια μεγάλη επιτροπή συναντήθηκε 19 φορές και πήρε συνέντευξη από 33 μάρτυρες πριν καταλήξει στο συμπέρασμα, ότι η κατάθεση του Rubell δεν ήταν αρκετά αξιόπιστη για να υποβληθούν μηνύσεις. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1980 το club έκλεισε δίνοντας αποχαιρετιστήριο πάρτι, με τίτλο «Το τέλος των σύγχρονων Γομόρρων».


Μεταξύ των διάσημων καλεσμένων τη νύχτα εκείνη ήταν οι Diana Ross, Ryan O'Neal, Mariel Hemingway, Richard Gere, Gia Carangi, Jack Nicholson, Sylvester Stallone. Ο δικηγόρος Gary P. Naftalis αντιπροσώπευσε επιτυχώς τον Schrager στην υπόθεση της φοροδιαφυγής. Μετά το κλείσιμο του Studio 54, η κοκαΐνη και τα χρήματα βρέθηκαν στους τοίχους του club και οι Schrager και Rubell ένοχοι και 13 μήνες στην φυλακή.

Η νέα εποχή

Το 1981 το κτίριο πουλήθηκε από την JISA Associates, της οποίας προϊστάμενος ήταν ο Steven Rubell, στον Philip Pilevsky για 2.2 εκατομμύρια δολάρια. Ο Pilevsky με τη σειρά του το νοίκιασε στον Mark Fleischman και Stanley Tate, και έτσι το Studio 54 άνοιξε ξανά τις πόρτες του στις 12 Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς. Ο κατάλογος των ονομάτων που βρέθηκαν εκεί περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, τους Andy Warhol, Calvin Klein, Cary Grant, Lauren Hutton, Gina Lollobrigida, Brooke Shields και ανερχόμενα τότε αστέρια όπως Madonna, Wham!, Duran Duran, Culture Club, Menudo και Run-DMC, οι οποίοι έκαναν εμφανίσεις στο club, προτού σημειώσουν τη μελλοντική τους επιτυχία. Οι KISS έδωσαν, επίσης, μια συναυλία το 1982 που μεταδόθηκε ζωντανά από το ραδιόφωνο, μέσω δορυφόρου στο φεστιβάλ του Sanremo στην Ιταλία. Κατά τη διάρκεια του 1985, heavy metal συγκροτήματα, όπως Slayer, Venom και Exodus γύρισαν στο Studio 54 ένα βίντεο με τίτλο «Ultimate Revenge for Disco» (η τελευταία εκδίκηση της Disco).

Αυτό το club ποιος θα το πάρει;

Από το 1989 έως τις αρχές του 1993, το club βρέθηκε στην διάθεση της CAT Entertainment Corp και ήταν πλέον γνωστό ως Ritz. Την περίοδο εκείνη, φιλοξένησε μερικές ροκ συναυλίες και εναλλακτικά χρησιμοποιήθηκε ως χώρος διαθέσιμος προς ενοικίαση. Το 1993, την CAT Entertainment πήρε στα χέρια της η Cabaret Royale Corporation, μια διοργανώτρια εταιρία για νυχτερινά κέντρα διασκέδασης, με έδρα το Ντάλας. Η CAT Entertainment ολοκλήρωσε την ανακαίνιση του club, η οποία είχε «παγώσει» νωρίτερα, λόγω έλλειψης κεφαλαίου. Έτσι, κατάφερε να του ξαναδώσει ζωή και να επαναφέρει το φημισμένο σήμα Studio 54. Η νέα εκδοχή του, έγινε γνωστή ως «Cabaret Royale at Studio 54», μέχρι τις αρχές του 1995.

Ο Pilevsky, που ήταν ο ιδιοκτήτης του ίδιου του θεάτρου, αλλά και του γειτονικού κτιρίου, τα είχε υποθηκεύσει στην τράπεζα του Τόκιο. Σε μια προσπάθεια να ξεπληρώσει μια μεγάλη απλήρωτη υποχρέωση στην τράπεζα, διόρισε επίτροπο, από τον οποίο δόθηκε το δικαίωμα να πουληθούν οι παραπάνω ιδιοκτησίες, καθώς και άλλες πολλές, που είχε ο Pilevsky στο όνομά του. Στα τέλη του 1994, οι Allied Partners (ιδιωτική επιχείρηση επένδυσης, ανάπτυξης και διαχείρισης ακίνητων περιουσιών) πήραν την ιδιοκτησία του Studio 54. Μετά από παρατεταμένες δικαστικές προσφυγές, η CAT Entertainment χάνει οριστικά το Studio 54 και τερματίζει όλες τις διαδικασίες.

Επιστροφή στις ρίζες… με μια μικρή παραλλαγή

Το 1994 οι Allied Partners αγόρασαν το κτήριο για 5.5 εκατομμύρια δολάρια. Αποκατέστησαν ένα μεγάλο μέρος του αρχιτεκτονικού του σχεδιασμού, όπως το μαύρο χρώμα που είχε επί ιδιοκτησίας Schrager και Rubell. Το club ανοίγει με μια ζωντανή συναυλία γεμάτη «αστέρες» όπως Gloria Gaynor, Vicki Sue Robinson και Sister Sledge. Οι ελπίδες για άνθιση, όμως, δεν κράτησαν. Δύο χρόνια μετά, το 1996 ήρθε η πτώχευση και οι Allied ανακοίνωσαν τα σχέδιά τους για κατεδάφιση και αντικατάστασή του με Cyberdrome, ένα χώρο με παιχνίδια εικονικής πραγματικότητας. Τα σχέδια αυτά δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ. Το 1998 έρχεται το αναπάντεχο. Η κατάρρευση ενός ανελκυστήρα κατασκευής εμποδίζει την πρόσβαση στο Henry Miller Theatre, όπου παιζόταν με μεγάλη επιτυχία το μιούζικαλ του Broadway, Cabaret.

Έτσι, για να μην επηρεαστεί η ροή των παραστάσεων, η Roundabout Theater Company συμφώνησε να μεταφέρει το έργο στο Studio 54. Η Brooke Shields, που είχε περάσει πολλές βραδιές στο φημισμένο club, θα πρωταγωνιστούσε ως Sally στην παραγωγή του club.

Η Roundabout αγόρασε το κτήριο το 2003 από τους Allied Partners έναντι του ποσού των 22.5 εκατομμύριων δολαρίων. Το έργο Cabaret συνεχίστηκε μέχρι το 2004. Το Studio 54, όμως, δεν έχασε τελείως τη… φόρμα του, αφού ο δεύτερος όροφος του θεάτρου χρησιμοποιήθηκε ως νυχτερινό κέντρο διασκέδασης τις εβδομάδες που δεν παίζονταν έργα. Τότε λειτουργούσε ως «Upstairs at Studio 54». Το club διεύθυνε ο Josh Hadar, ένας από τους Allied Partners, καθώς και o Noel Ashman.

Studio 54 – Η ταινία

Η απόλυτη disco, που άνοιξε τον Απρίλιο του 1977 και έκλεισε οριστικά τον Μάρτιο του 1986, κάνοντας μια πολυτάραχη διαδρομή, δεν θα μπορούσε να μην γίνει σενάριο για κινηματογραφική ταινία. Με τίτλο «54», βγήκε στις κινηματογραφικές αίθουσες το 1998, βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, αλλά και φανταστικά σενάρια.

Τους διάσημους και μη, θαμώνες του Studio 54, ενσαρκώνουν οι Ryan Phillippe, Salma Hayek, Neve Campbell, Mike Myers, Mark Ruffalo, Lauren Hutton, Michael York, καθώς και τα μοντέλα Cindy Crawford και Heidi Klum. Η εποχή του Studio 54 μοιάζει τόσο μακρινή από την σημερινή. Τόσο διαφορετική, κάπως εξωγήινη σε σχέση με την πραγματικότητα που ζούμε τώρα, την κρίση και τον τρόπο σκέψης που διαρκώς αλλάζουμε και προσαρμόζουμε με βάση τα σημεία των καιρών. Οι άνθρωποι της εποχής εκείνης διασκέδαζαν πιο αυθόρμητα με μια ίσως παιδική αφέλεια, «μάσαγαν» αβίαστα τις τάσεις και το lifestyle που οι «έξυπνοι» του τότε τους σέρβιραν επιδέξια, κυνηγώντας μια θέση στον ήλιο. Ένα βράδυ σε ένα κοσμικό club μπορούσε να τους κάνει «μοναδικούς», «ένα με το όνειρο».

Οι έγνοιες κινούνταν γύρω από την τοποθέτηση του καθενός σε μουσικά στρατόπεδα, τύπου ροκάς – καρεκλάς. Το glitter είχε ακόμα λάμψη, η κόκα έδινε status και τα μυαλά ήταν «στα κάγκελα»! Η Carmen D'Alessio, που ασχολήθηκε πολύ με τις δημόσιες σχέσεις του «54» και υπήρξε η απόλυτη κυρία του clubbing στη Νέα Υόρκη πιστεύει ακόμα ότι: «η βιομηχανία της διασκέδασης ποτέ δεν έχει κάμψη, γιατί οι άνθρωποι δεν θα σταματήσουν ποτέ να προσπαθούν να αποσπάσουν τον εαυτό τους από τις δυσκολίες». Σήμερα πάντως ένα είναι σίγουρο. Αυτοί που «μασάνε» είναι σαφώς λιγότεροι και μπορούν άνετα να χαρακτηριστούν γραφικοί. Όταν η κρίση χτυπά την πόρτα, η ψευτιά βγαίνει απ’ το παράθυρο και η αλήθεια σε περιμένει στωικά στη γωνία.

1 σχόλιο :

  1. O Steve Rubell πέθανε το 1989, κι ήταν ένα από τα πολλά ονόματα στη λίστα με τις απώλειες του ντίσκο-διονυσιασμού των ’70s, που η καινούργια δεκαετία υποδέχτηκε με πορτιέρη το φάντασμα του AIDS. O Ian Schrager ασχολείται με τα ξενοδοχεία του, ζει με τις αναμνήσεις τού πιο μεγάλου πάρτι που έγινε ποτέ και αποφεύγει συστηματικά να περνάει από τη Δυτική 54η Oδό, ανάμεσα στην 7η και 8η Λεωφόρο του Mανχάταν. Tο ίδιο ισχύει και για τους περισσότερους από τους θρυλικούς θαμώνες. 'Oταν, μάλιστα, κάποιος ρώτησε πρόσφατα την Mπιάνκα Tζάγκερ για το «Studio 54», εκείνη είπε: «Προτιμώ να πεθάνω παρά να μιλήσω γι’ αυτό... Mακάρι να μην είχε υπάρξει ποτέ...».

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Facebook