«Όσο τιμώνται στην πόλη τα πλούτη και οι πλούσιοι, τόσο περιφρονείται η αρετή και οι χρηστοί: Τιμωμένου δη πλούτου εν πόλει και των πλουσίων, ατιμοτέρα αρετή τε και οι αγαθοί.». (Πλάτων).

Τρίτη, 16 Αυγούστου 2011

Τα μεγάλα απογεύματα του Αυγούστου‏



Mεγάλο απόγευμα του Αυγούστου στις Κυκλάδες. Μία χαλαρή ανδροπαρέα, αφού εξάντλησε τις κυκλαδίτικες γαστρονομικές ανησυχίες της- και αφού έκανε ένα γρήγορο πέρασμα στη νοσταλγία της τέντας και στην οδύνη μίας φιλίας που διαβρώθηκε -ξεκίνησε αυτή τη θλιβερή αρετή της καθημερινότητάς μας, την ανάλυση της οδύσσειας του φετινού χειμώνα.Λίγο πριν ο φοροφυγάς της παρέας είχε πλυθεί για να βγάλει από πάνω του τους τελευταίους λεκέδες των πράξεών του, κυρίως για να μην νιώθει λαθρεπιβάτης τις επόμενες 2-3 ώρες που θα άρχιζε το γλέντι, αλλά και για να μπορέσει να φορέσει τα γυαλιστερά κουρέλια που του ταίριαζαν καλύτερα.

Κατήγγειλε όλους τους ασχολούμενους με τα Κοινά, τους εξευτέλισε μέσα του και κατέληξε στην άποψη: «οι πολιτικοί ορίζονται από την αναμέτρησή τους με το μεγάλο» και οι ελεύθεροι επαγγελματίες «από το jeep που έχουν στο γκαράζ τους». Άνθρωπος της απόλαυσης, χωρίς καρδία, χωρίς καμία ατομικότητα, κοιταζόταν στον καθρέφτη κι έμοιαζε με κάτι απογοητευμένους από τα κοινά τύπους, γεμάτος πικρία για την πατρίδα που δεν αγαπάει τα παιδιά της και για τους εφοριακούς που «τα πιάνουν». Ο φοροφυγάς…Ο ρομαντικός αναχωρητής -πρώην αριστερός, δάσκαλος που έκανε «ιδιαίτερα» στους μαθητές του -σκεπτικός στην άκρη, ήθελε διάλογο ψυχών. Η κρίση του ταίριαζε, την θεωρούσε ως την καλύτερη αφορμή για την αφύπνισή μας, για να αποκτήσει νόημα η ζωή μας, δεν ήθελε και αυτή η συζήτηση να καταντήσει μία κόκκινη σημαδούρα που επιπλέει στην απέραντη θάλασσα των ιδεών.

Χωρίς μεγάλα λόγια που σκοτεινιάζουν τις ομιλίες, ερμηνευτής της σιωπής των άλλων αλλά και της δικής του , εραστής του Στράτου Διονυσίου και του καλού βιβλίου, καθόταν στην άκρη μελαγχολικός αναπολώντας τις καλές εποχές με την Κάλλας, τον Κακά και τα «Αρμάνι». Είχε ξεχάσει τις ανηφόρες που από παιδιά περπατήσαμε, και είχε ξεχασθεί στα μαύρα από τα «cult ιδιαίτερα».Ο «εγώ σας τα λεγα» είπε την πιο ωραία ατάκα: «το ΠΑΣΟΚ κατέστρεψε την Ελλάδα. Πήρε όλα τα εργοστάσια και τα μετέτρεψε σε πολιτιστικά κέντρα. Τί αλλο θέλετε;». Μετά σταμάτησε.

Αγκυροβολημένος σε μία άλλη γενιά μεγάλωνε καταδικασμένος να ερμηνεύει τη ζωή μόνο με μυστικές συνωμοσίες. Το είχαμε ξαναδεί αυτό το έργο. Τώρα ανήμπορος να ορίσει ένα νέο κέντρο βάρους κατήγγειλε πάντα με ένα λόγο οδυνηρό: «εγώ σας τα λεγα» και συστηνόταν ως θεματοφύλακας του χαμένου παρελθόντος. Politically correct, καθαρός, κεντροδεξιός, εραστής του Στέφανου Μάνου, που τα βράδια διάλεγε να πηγαίνει βόλτα με τον σκύλο του και να μην βλέπει το Δελτίο των 20:00.

«Το κουστούμι της ιεράρχησης των αξιών είχε ξεχαστεί στην πάνω ντουλάπα», είπε περήφανα σε όλους και σταμάτησε να μιλάει.Ο σοβαροφανής μηχανολόγος λίγο «πράσινος», λίγο δημόσιος υπάλληλος, λίγο «λαδιάρης», λίγο συνδικαλιστής, λίγο «εγώ είμαι ένας άλλος», λίγο αυτάρεσκος οπαδός της ελαφρομυαλιάς, λίγο «δεν παρέχω κανένα άσυλο στις αυταπάτες», πολύ οπαδός της θεωρίας «αυτό το μαντρί αυτό το τυρί βγάζει». Κατηγορηματικά υπέρ του δικαιώματος της απεργίας, πολύ δραστήριος, πολύ μέσα σ’ όλα, με «φίλους» παντού, με δυνατή φωνή, με γυναίκα 48χρονη συνταξιούχο του ΟΤΕ (που διατηρούσε boutique τα τελευταία 20 χρόνια στην Ηλιούπολη), έβραζε από αγανάκτηση. {Ζήταγε κρεμάλες.} Τα μεσημέρια συνήθως κοιμόταν.

Σήμερα έκανε μία εξαίρεση για να μπορέσει να οριοθετήσει την ανικανότητα της Πολιτικής Τάξης να ξεπεράσει την κρίση και να φέρει πίσω τα κλεμμένα. Ετών 57. Συνταξιούχος ΔΕΚΟ.Και ο 50χρονος αρτίστας. Ο πρώην ΚΚΕ-Εσωτερικού. Ο γίγαντας. Ο διανοητής. Ο εμπνευστής. Ο υπακούων στους δαίμονές του. Ο κατακρημνίζων τις ωραιοπαθείς συνειδήσεις. Ο «δέκα χρόνια μπροστά». Αυτός που είχε δει την κρίση, που την είχε αναλύσει με κόκκινες φωνές, την είχε συνδέσει με ασυνείδητες υπόγειες διαδρομές, και που μονίμως έθετε ερωτήματα ουσίας για την απόδραση από την δύστυχη πραγματικότητα.

Πρωταγωνιστής της ίδιας της ύπαρξής του, με γνώσεις γαλλικών (που είναι και αριστοκρατικόν), με φόβους καταδίωξης, με σκιές και με θλίψη, με λόγο οδυνηρό και επικίνδυνο, πάντα υπέρ της χρηματοδότησης της Τέχνης από την Πολιτεία , προσπαθούσε να κάνει καταβάσεις στα μύχια της ψυχής του για να ανακαλύψει την μήτρα των ανησυχιών του και το μονο που κατάφερνε ήταν να γίνει κολλητός στους δημάρχους για να έχει νερό στο απόμακρο στούντιό του.Σηκώθηκα. Η κουβέντα μας αγκάλιασε όλους.

Τα διπλανά τραπέζια έγιναν όλα μία παρέα. «Σκατά στα μούτρα μας», σκέφτηκα. Από το κακό στο χειρότερο. Χάνουμε, ίσως, την πιο μεγάλη μας ευκαιρία να ξαναδούμε τον εαυτό μας. Η Πολιτική Τάξη, ανίκανη, αρνείται να το κάνει. Έχτισε τόσα χρόνια στην πιο εκφυλισμένη μορφή σχέσης με τους ψηφοφόρους της: στην συναλλαγή, και τώρα αρνείται ακόμη να το διαπιστώσει.

Πώς αν δεν διαγνώσει σωστά;
Πώς αν δεν καταστρέψει το καλούπι που αναπαράγει την αθλιότητά μας;
Πώς αν δεν «τακτοποιήσει μέσα της τα κλοπιμαία»;
Πώς αν δεν φωτίσει τις σκιές;
Αν δεν ξεφύγει από τον θανάσιμο εναγκαλισμό με την εξουσία;
Αν δεν αντέξει τη διάψευση;
Πώς, λοιπόν, εμείς θα ξαναβρούμε την πίστη μας;
Πώς θα ξεπεράσουμε αυτήν την βαθειά κρίση;
Πώς θα ξανααποκτήσουμε αισιόδοξη αναμονή;

Κυρίως, αν ξανασχεδιάσουμε τους ορίζοντες των αναγκών μας, αν σχίσουμε μέσα μας τα φαντάσματα του πρόσφατου παρελθόντος που μας έφτασαν μέχρι εδώ, και αν πιστέψουμε ο καθένας ξεχωριστά ότι το κράτος είμαστε εμείς και η ευθύνη είναι μόνον δική μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Facebook