Πάντα να ξαναρχίζεις ...

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

Παγωμένες ζωές



Αλήθεια, έχετε πάει ποτέ στη Σιβηρία; Εκεί στο απόλυτο κρύο, στη μοναξιά, στην εξορία αυτού του πλανήτη;Αν είχατε βρεθεί στη Σιβηρία, ίσως και να ‘χατε ακούσει την ιστορία των τριών αλόγων.Ήταν κάποτε τρία άλογα που έσερναν υπομονετικά μια μεγάλη άμαξα. Επρόκειτο για μια κοπιαστική δουλειά , αλλά είχαν ως επιβράβευση λαχταριστό σανό στο τέλος της ημέρας. Έτσι κι αλλιώς μόνο αυτό ήξεραν να κάνουν τα συγκεκριμένα ζωντανά. Αυτή ήταν η ζωή τους, έτσι είχαν μάθει. Και, μάλιστα, την προτιμούσαν από τη ζωή άλλων αλόγων- που όπως είχαν ακούσει από φήμες των ανθρώπων- δεν είχαν τίποτα να φάνε και ψυχορραγούσαν αβοήθητα σε μακρινές στέπες.

Τον τελευταίο καιρό, η άμαξα ήταν ακόμα πιο βαριά. Κάτι χοντροί άντρες με φραμπαλάδες στον λαιμό και ενοχλητικά θορυβώδεις φωνές, φόρτωναν ασήκωτα σεντούκια. Έβαζαν κι άλλα φορτία, χωρίς να νοιάζονται για το πώς θα μεταφερθούν. Η δουλειά έπρεπε να γίνει. Όπως γινόταν πάντα. Όπως και γίνεται.Κι ενώ η καθημερινότητα έμοιαζε όλο και πιο επίπονη, το φαγητό για τα άλογα λιγόστευε.

Τους έδιναν πια μικρότερη μερίδα σανό. Και δεν άργησαν να έρθουν και οι νύχτες που τα άλογα έβρισκαν άδειο τον στάβλο τους. Χωρίς ίχνος τροφής.Άρχισαν να απελπίζονται.Ένα από τα τρία, χλιμίντρισε επίμονα μπροστά στον αμαξά κι εκείνος του έριξε μια δυνατή με το καμουτσίκι για να σωπάσει. Την επόμενη μέρα προσπάθησε να σηκωθεί απότομα στα δυο του πόδια και ν’ αρνηθεί να το δέσουν στην άμαξα. Μα τότε είναι που το αφεντικό του επιστράτευσε το πιο δυνατό χτύπημα που διέθετε, διακινδυνεύοντας κι ο ίδιος να το τραυματίσει ανεπανόρθωτα και να το χάσει.

Η παράλογη βία του ανθρώπου, όμως, τρομοκράτησε και τα άλλα δύο ήσυχα άλογα.Οι μέρες γίνονταν βασανιστικές. Τα βράδια είχαν την εκκωφαντική σιωπή της απόγνωσης.Θα έτρωγαν το ένα το άλλο; Θα ρίσκαραν να τα σκοτώσει ο σκληρός ιδιοκτήτης τους; Θα έσωζαν μόνο τον εαυτό τους; Και πώς; Δεν τους είχε ξανασυμβεί κάτι τέτοιο. Δεν ήξεραν τίποτα. Κι έμεναν ακίνητα, περιμένοντας την επόμενη μέρα.

Έβλεπαν συχνά τις πόρτες ανοιχτές. Κάποιος θα ξεχνούσε την κεντρική είσοδο του στάβλου ή ακόμα και την σιδερένια κεντρική πύλη του κτήματος. Είχαν πολλές ευκαιρίες να το σκάσουν, να γλιτώσουν από αυτή τη ζωή, ν’ απελευθερωθούν. Αλλά…Αλλά, σιγά σιγά άρχισαν να καταλαβαίνουν.Μέχρι πρόσφατα νόμιζαν πως είχαν γεννηθεί ελεύθερα, αλλά στην πραγματικότητα δεν ήξεραν τίποτα για το πώς ζει ένα ελεύθερο άλογο.

Ένα άγριο άλογο. Χωρίς γκέμια, χαλινάρια, παρωπίδες και σέλλα για καλοαναθρεμμένους πισινούς. Ήξεραν μόνο συγκεκριμένες εντολές.Και, κυρίως, είχαν μάθει να ζουν χωρίς να τ’ αγαπά κανείς. Κι αυτό για τα άλογα είναι η μεγαλύτερη σκλαβιά.Και έμειναν ξανά ακίνητα. Περιμένοντας την επόμενη μέρα.

Μέχρι που τέλειωσαν οι μέρες. Κι ήρθαν καινούρια άλογα στη θέση τους. Όπως γίνεται πάντα με τα άλογα, τις άμαξες και τους δρόμους που θα διαβούν.Ο φόβος μπορεί να είναι πιο δυνατός ακόμα κι απ’ το κρύο της Σιβηρίας.

Ο φόβος μπορεί να είναι πιο δυνατός ακόμα κι απ’ τους πιο άγριους καιρούς.ΥΓ. Τρόικα (ρωσ. тройка) αρχικώς «έλκηθρο ή άμαξα που σύρεται από τρία ζώα». (Μεταφορικώς κατέληξε να σημαίνει «τριανδρία»)

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Facebook