Πάντα να ξαναρχίζεις ...

Τρίτη, 29 Ιουλίου 2014

Παπαφλέσσας - Ο αρχιμανδρίτης που αγάπησε τις γυναίκες, το ποτό και την επανάσταση.

Τα «ράσα δεν κάνουν τον παπά» λέει ο λαός και η ρήση ταίριαζε απόλυτα στην περίπτωση του ήρωα του ’21, Παπαφλέσσα.

Αγάπησε τις γυναίκες, τον αγάπησαν κι αυτές και μαζί επιδόθηκαν σε μια σειρά διασκεδάσεων που δεν ταίριαζε σε κληρικό. Πολλοί τον μίσησαν και δικαιολογημένα, γιατί ήταν ένας ακραίος άνθρωπος που προκαλούσε αντιπαλότητες, αλλά ο ηρωικός θάνατός του στο Μανιάκι έσωσε την υστεροφημία του.


 
«Θα γυρίσω ή δεσπότης ή πασάς»

Γεννήθηκε στη Μεσσηνία το 1788. Ήταν ένα από τα 28 παιδιά του πατέρα του, που μάλλον κληροδότησε στο γιο την αδυναμία του στο γυναικείο φύλο. Ο Παναγιώτης Σέκερης τον περιέγραψε ως «ορμητικό» και ο Παπαφλέσσας τον δικαίωνε με κάθε ευκαιρία. Επέλεξε να γίνει μοναχός, αλλά συγκρούστηκε τόσο έντονα με ένα Τούρκο αξιωματούχο, που αναγκάστηκε να φύγει απ’ την περιοχή.

Επέλεξε να αυτό-εξοριστεί στην Κωνσταντινούπολη και πριν φύγει, πρόλαβε να υποσχεθεί ότι θα γυρίσει «ή Δεσπότης ή Πασάς». Κατάφερε να γίνει Αρχιμανδρίτης και όσο βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη, ήρθε σε επαφή με τη Φιλική Εταιρεία. Όταν απαίτησε να μάθει ποιος ήταν ο αρχηγός της Εταιρείας και άλλοι αρνήθηκαν να του αποκαλύψουν τα μυστικά, η ορμητικότητα του Παπαφλέσσα εμφανίστηκε ξανά. Τράβηξε το μαχαίρι του και απείλησε να σφάξει τον Αναγνωστόπουλο, που στεκόταν μπροστά του, εκτός αν άκουγε το όνομα του Αρχηγού! Τα πνεύματα ηρέμησαν και δεν χύθηκε αίμα.

Ο «γυναικάς» παπάς

Ο Παπαφλέσσας δεν ήταν ο διακριτικός και αθόρυβος συνωμότης. Κυνηγούσε τις γυναίκες μανιωδώς, έπινε, μεθούσε και γλεντούσε αδιάκοπα. Κέντρο των ακόλαστων διασκεδάσεων ήταν το πολυτελές σπίτι που νοίκιαζε με χρήματα της Φιλικής Εταιρείας. Η τούρκικη αστυνομία τον συνέλαβε πολλάκις για «την άτοπον και ανοίκειον διαγωγή του, δίδοντος παράδειγμα διαφθοράς εις την συνοικίαν αυτού».

Τα ψέματα της επανάστασης


Ο Παπαφλέσσας όμως ήταν φλογερός πατριώτης. Επιθυμούσε διακαώς την έναρξη της επανάστασης και χρησιμοποίησε κάθε μέσο για να το επιτύχει. Στην Κωνσταντινούπολη υποστήριξε ότι η Πελοπόννησος ήταν έτοιμη για δράση και για να επιβεβαιώσει τα λεγόμενα του, παρουσίασε πλαστά έγγραφα. Τον διέψευσε ο Σπυρίδων Παπαδόπουλος Κορφινός, λέγοντας ότι είχε βρεθεί στην Πελοπόννησο πριν από 7 μήνες και η κατάσταση που επικρατούσε δεν είχε καμία σχέση με την περιγραφή του Παπαφλέσσα.

Ο Αρχιμανδρίτης δεν συμμορφώθηκε. Τον Ιανουάριο του 1821, συναντήθηκε με την ηγεσία του Μοριά στη Βοστίτσα και ακολούθησε ακριβώς την ίδια στρατηγική για να τους πείσει να συμμετέχουν στην επανάσταση. Υποστήριξε ότι ο Υψηλάντης ήταν έτοιμος να εκστρατεύσει εναντίον της Κωνσταντινούπολης με το ρωσικό στόλο και την «ευλογία» του Τσάρου. Κανείς δεν πίστεψε τους υπερβολικούς ισχυρισμούς του, τους οποίους ο Ανδρέα Ζαΐμης χαρακτήρισε «άστατους, απελπισμένους, στασιαστικούς, ιδιοτελείς και σχεδόν μπερμπάντικους». 

Η μάχη στο Μανιάκι

Το τέλος του εμφυλίου πολέμου τον βρήκε στην πλευρά των νικητών, σε συνασπισμό με την κυβέρνηση Κουντουριώτη, ενώ οι οπλαρχηγοί ήταν στη φυλακή και κυρίως ο Κολοκοτρώνης, που ήταν το μυαλό και το σπαθί της εξέγερσης. Το Φεβρουάριο του 1825 ο Ιμπραήμ και στρατός του αποβιβάστηκαν στον Μοριά, αποφασισμένοι να δώσουν τέλος στην επανάσταση. Ο Παπαφλέσσας αντιλήφθηκε τον κίνδυνο και ζήτησε να αποφυλακιστούν οι οπλαρχηγοί για να αντιμετωπίσουν όλοι μαζί την επερχόμενη απειλή.

Η απαίτησή του προξένησε αντιδράσεις, μιας και είχε συμμετάσχει ενεργά στην σύλληψή τους. Οι οπλαρχηγοί δεν αποφυλακίστηκαν και ο Παπαφλέσσας πήρε την κατάσταση στα χέρια του. Υποσχέθηκε πως όταν γυρίσει θα τους απελευθερώσει και ξεκίνησε για το Μανιάκι με 1.000 άντρες, ενώ το στράτευμα του Ιμπραήμ έφτανε τις 6.000.

Ο Παπαφλέσσας ευελπιστούσε ότι θα κατέφθαναν ενισχύσεις που θα εξισορροπούσαν την κατάσταση, αλλά η τύχη δεν ήταν με το μέρος του.

Όταν οι άντρες του είδαν τους χιλιάδες εχθρούς να παρατάσσονται, δείλιασαν και πολλοί υποχώρησαν. Ο Παπαφλέσσας έμεινε με 600 άντρες, ενώ άλλες πηγές υποστηρίζουν ότι ήταν μόλις 300. Ο παπάς έμεινε ακλόνητος στη θέση του, αν και δεν ήταν καπετάνιος, ούτε εκπαιδευμένος αρματολός.

Η μάχη ξεκίνησε στις 20 Μαΐου του 1825 και μέσα σε λίγες ώρες, οι δυνάμεις των Ελλήνων είχαν αποδεκατιστεί. Ο Παπαφλέσσας έπεσε μαζί με τους άντρες του.

Σύμφωνα με τη λαϊκή διήγηση που κατέγραψε η ιστορία, ο Ιμπραήμ τον αναζήτησε μετά το τέλος της μάχης και βρήκε πρώτα το αποκεφαλισμένο πτώμα του. Ζήτησε να του φέρουν το κεφάλι και στερέωσε το άψυχο κορμί του Παπαφλέσσα στον κορμό ενός δέντρου. Συγκινημένος, ο Ιμπραήμ τον πλησίασε και τον φίλησε, αναγνωρίζοντας την αξία του εχθρού του.

Ο ηρωικός θάνατος του Παπαφλέσσα διέγραψε τις ατασθαλίες του παρελθόντος. Η ακόλαστη ζωή του και η διπρόσωπη πολιτική που ακολουθούσε είχαν δημιουργήσει ένα πολύ αρνητικό προφίλ, που ξεχάστηκε μετά το Μανιάκι. Η αυτοθυσία του έσωσε την υστεροφημία του. Άλλωστε φορούσε ράσα και ιστορικά δικαίωνε και το ρόλο της εκκλησίας όχι μόνο στην πνευματική στήριξη, αλλά και στη μάχη. Όπως και να ΄χει ήταν ένας ξεχωριστός επαναστάτης που κέρδισε τη θέση του στην ιστορία, με το παράδειγμα και τη θυσία του.

Αντλήθηκαν πληροφορίες από το βιβλίο «Τα ψιλά γράμματα της επανάστασης» του Θόδωρου Δ Παναγόπουλου.

Διαβάστε περισσότερα ...

Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

Ο Πάπας διέταξε να αφανιστούν οι γάτες,γιατί πίστευε ότι ήταν ο σατανάς... Και μετά ήρθε η πανούκλα…

Όταν ο Πάπας Γρηγόριος ο ένατος, ενοχοποίησε τις γάτες για τη λατρεία του Διαβόλου, οι Ευρωπαίοι άρχισαν να τις εξοντώνουν μαζικά, καθώς κανείς δεν τολμούσε να αμφισβητήσει την αυθεντία του κορυφαίου ιεράρχη.

Ο ποντίφικας ανακοίνωσε ότι οι μαύρες γάτες είναι διαβολικές, σε διάγγελμά του το 1233. Η ατυχία ήταν διπλή για τις γατούλες, καθώς υπήρχε και το κυνήγι μαγισσών.

Πολλές γυναίκες που τις κατηγορούσαν ως μάγισσες υποβάλλονταν σε φριχτά βασανιστήρια. Για να γλυτώσουν αναγκάζονταν να κατηγορήσουν τα συμπαθή κατοικίδια. Έλεγαν ότι μεταμορφώνονταν σε γάτες, ότι σκότωναν σαν γάτες ή ότι ο Σατανάς μπήκε μέσα στη γάτα και τις πλάνεψε! Στην Αγγλία καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν η Agnes Waterhouse και η κόρη της Joan μαζί με τον γάτο τους, τον Σατανά....

Τότε οι γάτες εξοντώθηκαν μαζικά στην Ευρώπη με κάθε τρόπο και όχι μόνο οι μαύρες. Πολλές φορές δεν σκότωναν τις γάτες ακαριαία, αλλά για να φύγει ο διάβολος από μέσα τους -όπως έλεγαν- χάραζαν το δέρμα τους σε σχήμα Σταυρού και στη συνέχεια τις άφηναν να πεθάνουν από αιμορραγία. Εκτός από το τυχαίο κυνήγι της γάτας υπήρχε και το εορταστικό. Το Πάσχα και την καθαρά Δευτέρα υπήρχε έθιμο να καίνε τις μαύρες γάτες. Πολλές φορές ενώ τις έκαιγαν έψελναν ύμνους. Στις δίκες των Ναϊτών Ιπποτών (1307-1314), ανάμεσα στις εξωφρενικές κατηγορίες ήταν και ότι τιμούσαν τις γάτες. Το 1484, άλλος πάπας αποκήρυξε όλες τις γάτες και τους ιδιοκτήτες τους....

Και μετά ήρθε η πανούκλα… 

Επειδή όμως οι γάτες εξαφανίστηκαν, «χόρευαν» τα ποντίκια και οι αρουραίοι, που είναι και οι βασικοί υπαίτιοι για τη μετάδοση της πανούκλας. Αποτέλεσμα η βουβωνική πανώλη να αφανίσει 100 εκατομμύρια ανθρώπους. Ιστορικά η βουβωνική πανώλη είναι γνωστή ως ο «μαύρος θάνατος» που σάρωσε ολόκληρη την Ευρώπη κατά τη διάρκεια της τελευταίας μεσαιωνικής περιόδου και πήρε τη μορφή επιδημίας. Ονομάστηκε έτσι, γιατί τα πρόσωπα των θυμάτων έπαιρναν ένα βαθύ κόκκινο, σχεδόν μαύρο χρώμα. Η φτώχεια και ο υποσιτισμός έκαναν την Ευρώπη του 14ου αιώνα ιδανικό πεδίο για την επιδημία.

Ο Πάπας όμως είχε το αλάθητο…




Διαβάστε περισσότερα ...

Το 1944 η απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ

Βερολίνο, 20 Ιουλίου του 1944: Ο συνταγματάρχης φον Στάουφενμπεργκ ετοιμάζεται να πετάξει με ένα JU 52 στο αρχηγείο του Φύρερ με την κωδική ονομασία Wolfsschanze, 600 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα.Στόχος του Στάουφενμπεργκ να σκοτώσει τον Χίτλερ με βόμβα. Η συγκυρία είναι ευνοϊκή.

Ως επικεφαλής του γενικού στρατηγείου των δυνάμεων εσωτερικού της Βέρμαχτ έπρεπε εκείνη την ημέρα να ενημερώσει τον Χίτλερ προσωπικά. Ο Κουρτ Ζάλτενμπεργκ, 91ενός σήμερα, είχε βάρδια στο φυλάκιο του αρχηγείου.

«Δυο βόμβες σε ένα χαρτοφύλακα»

Γύρω στις 11 το πρωί ο φον Στάουφενμπεργκ με τους δύο συνεργάτες του φτάνουν στο αρχηγείο. Ο στρατιώτης Κουρτ Ζάλτεμπεργκ θυμάται και την παραμικρή λεπτομέρεια. «Είχαμε αποκλείσει τα πάντα, όλοι όσοι ήθελαν να δουν τον Χίτλερ, έπρεπε να περάσουν από έλεγχο». Ανάμεσά τους ήταν και μια ομάδα του στρατάρχη Κάιτελ, αρχηγού της Βέρμαχτ, τον οποίο ο Ζάλτεμπεργκ αφήνει να περάσει χωρίς έλεγχο. Στην ομάδα Κάιτελ ανήκε και ο φον Στάουφενμπεργκ.

«Τον πρόσεξα αμέσως, γιατί είχε καλυμμένο το μάτι λόγω τραύματος. Κρατούσε και ένα χαρτοφύλακα στο χέρι, τίποτα το ασυνήθιστο». Στις 11.30, ο φον Στάουφενμπεργκ πηγαίνει σε ένα παράπηγμα για να προετοιμαστεί για τυχόν ερωτήσεις του Χίτλερ. Μαζί του έχει και δύο βόμβες. Στις 11.37 ο Κάιτελ παρουσιάζει τον φον Στάουφενμπεργκ στον Χίτλερ και του ανακοινώνει ότι θα τον ενημερώσει για θέματα του αρχηγείου του. Χωρίς να τον πάρουν είδηση ο φον Στάουφενμπεργκ αφήνει τον χαρτοφύλακα με την εκρηκτική ύλη δίπλα στον Φύρερ. Πριν να εκραγεί, εγκαταλείπει τον χώρο με το πρόσχημα ότι θέλει να τηλεφωνήσει. Είναι 12.40. Απομένουν δύο λεπτά μέχρι την έκρηξη. Σε αυτά τα δύο λεπτά ο συνταγματάρχης Μπραντ αγνοώντας το περιεχόμενό του, βάζει το τσαντάκι στην άλλη πλευρά του ποδιού του τραπεζιού. Η κίνηση έσωσε τον Χίτλερ από βέβαιο θάνατο.

Και η βόμβα εκρήγνυται. «Από την έκρηξη προκλήθηκε ένας ανεμοστρόβιλος από χαρτιά και ξύλα μέσα σε ένα σύννεφο από καπνό», λέει ο Ζάλτεμπεργκ. «Ένας από τους παριστάμενους φεύγει από το παράθυρο, άλλος από την πόρτα, επικρατεί πανικός και χάος». Στην αρχή ήταν άγνωστο αν ο Χίτλερ επέζησε. «Όλοι ούρλιαζαν, πού είναι Φύρερ, πού είναι ο Φύρερ; Και μετά βγήκε ο Φύρερ από την παράγκα υποβασταζόμενος από δύο άνδρες». Στις 13.00 ο φον Στάουφενμπεργκ είναι πεπεισμένος ότι ο Χίτλερ ήταν νεκρός. Μαζί με τον υπασπιστή του, υπολοχαγό φον Χέφτεν, εγκαταλείπει το αρχηγείο για να πάει όσο πιο γρήγορα γίνεται στο Βερολίνο και να κατευθύνει από εκεί την πτώση του ναζιστικού καθεστώτος.

Το αεροπλάνο τους περίμενε. Όμως η δολοφονία του Χίτλερ απέτυχε. Οι λόγοι ήταν πολλοί. Ένας από αυτούς ήταν ότι η συνάντηση δεν έγινε σε καταφύγιο, αλλά σε μια ξύλινη παράγκα. Εάν είχε γίνει στο καταφύγιο, τότε με βεβαιότητα ο Χίτλερ θα ήταν νεκρός», λέει ο ιστορικός Γιοχάνες Τούχελ. Μετά την αποτυχημένη δολοφονία αρχίζει εκστρατεία εκδίκησης εναντίον των συνωμοτών και των οικογενειών τους. Τα παιδιά τους μεταφέρονται από τη Γκεστάπο στην περιοχή Χαρτς, σε μια ειδικά διαμορφωμένη εστία. Ανάμεσά τους βρίσκονται και τα παιδιά του φον Στάουφενμπεργκ, ο δεκάχρονος Μπέρτχολντ με τις τρεις αδελφές του.

«Το έκανε για τη Γερμανία»

«Ήταν φοβερό, μας απομάκρυναν από τις οικογένειές μας χωρίς να ξέρουμε τίποτα, ήμασταν μόνοι» θυμάται από εκείνα τα χρόνια. «Μεγαλώσαμε όπως όλα τα άλλα παιδιά της κοινωνικής μας τάξης, που σημαίνει ότι ήμασταν και εμείς μικροί ναζιστές. Η μητέρα μας δεν μας πίεσε, αλλά για ευνόητους λόγους δεν τάχθηκε εναντίον, ειδάλλως θα είχαν υποψιαστεί τον πατέρα μας», διηγείται σήμερα. Στις 20 Απριλίου του 1944 ο κόσμος γι αυτόν γύρισε ανάποδα. «Μας ενημέρωσαν για την απόπειρα δολοφονίας αλλά χωρίς ονόματα. Το όνομα του πατέρα μας το είπε η μητέρα μου την επόμενη. Έπαθα σοκ. Μπερδεύτηκα. Πώς θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο στον Φύρερ; Αλλά ένα πράγμα θυμάμαι έντονα. Ποτέ δεν θεώρησα τον πατέρα μου εγκληματία».

Ακολούθησαν οι περίφημες στημένες δίκες ενώπιον των λεγόμενων λαϊκών δικαστηρίων που μέχρι τον Απρίλιο του 45 καταδίκασαν σε θάνατο 89 προσκείμενους στους συνωμότες. Ο φον Στάουφενμπεργκ και οι άλλοι συλληφθέντες είχαν εκτελεσθεί ήδη την νύχτα προς την 21η Ιουλίου 1944. Οι γυναίκες των καταδικαζόμενων μαθαίνουν για τις εκτελέσεις από επίσημες ανακοινώσεις, καλούνται μάλιστα να αναλάβουν και το κόστος της δίκης. Ο μικρός Μπέρτχολντ δεν ήξερε τίποτα για τη διπλή ζωή του πατέρα του. Σήμερα όμως δεν του προξενεί εντύπωση. «Το κάνει κάθε συνωμότης, τότε ακούγαμε ακόμα και για παιδιά που είχαν καταδώσει τους γονείς τους. Ένας δεκάχρονος, όπως ήμουν εγώ τότε, δεν μπορεί ακόμα να σκεφτεί σε δύο ταμπλώ».

Το 1956, στα 17 του, ο Μπέρτχολντ αποφασίζει να κάνει καριέρα στο στρατό. Η μητέρα του δεν τον ώθησε σε αυτήν την απόφαση, αλλά και δεν ενθουσιάστηκε. Μάλιστα στις ένοπλες δυνάμεις συνάντησε πολλούς πρώην αξιωματικούς της Βέρμαχτ. Του ήταν πάντα σαφές ότι σε όλη τη στρατιωτική διαδρομή του ήθελε να φτάσει τον πατέρα του. Γυρίζοντας σήμερα προς το παρελθόν ο Μπέρτχολντ πιστεύει ότι τυπικά αυτό που έκανε ο πατέρας του ήταν εσχάτη προδοσία. «Αλλά δεν θυσίασε τη ζωή του για το τότε κράτος, αλλά για τη Γερμανία».

Πηγή: Deutsche Welle 
Διαβάστε περισσότερα ...

Facebook