Πάντα να ξαναρχίζεις ...

Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2016

Ελληνες πρόσφυγες βρίσκουν καταφύγιο στη Συρία

Καθώς τα κύματα των προσφύγων από τη Συρία προς τη χώρα μας συνεχίζονται, έχει ενδιαφέρον να ανατρέξουμε σε μερικές σχετικές ιστορικές σελίδες. Με πρωταγωνιστές, όμως, Ελληνες.

Φωτογραφικό ντοκουμέντο με Ελληνες πρόσφυγες στο Χαλέπι να περιμένουν στην ουρά για συσσίτιο του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού.

Προς τη Συρία και από τη Συρία. Τουλάχιστον τέσσερις φορές σημειώνεται στα χρονικά το φαινόμενο, έχοντας μαζικό χαρακτήρα:

  • Το 1923 μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή στο πλαίσιο της υποχρεωτικής ανταλλαγής πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.
  • Το 1939 όταν η περιοχή της Αλεξανδρέττας, μέρος της Μεγάλης Συρίας, προσαρτήθηκε στις επαρχίες της Τουρκίας.
  • Το 1860 όταν ξεκίνησαν σφαγές και διώξεις χριστιανών στη Β. Αφρική.
  • Το 1882 στη διάρκεια της αιγυπτιακής επανάστασης.

Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες Ελληνες πρόσφυγες βρέθηκαν στη Συρία και Ελληνες πρόσφυγες ήρθαν από την ευρύτερη περιοχή στην Ελλάδα διαφέρουν ριζικά μεταξύ τους. Κοινός, όμως, παρονομαστής ήταν ο πόλεμος και ο φόβος για τη ζωή τους. Αλλά και η ομοιότητα των προσφυγικών τραγωδιών ανεξαρτήτως εποχών, προέλευσης και προορισμού των θυμάτων.

Από το 1922

Η πιο μαζική περίπτωση Ελλήνων προσφύγων, που αναζητούν άσυλο στη Συρία, καταγράφεται αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Μερικές χιλιάδες, από τις εκατοντάδες χιλιάδες Ελληνες που ξεριζώνονται από τη Μικρασία το δεύτερο εξάμηνο του 1922 και τις αρχές του 1923 και ενώ συνεχίζονται στη Λοζάνη οι διαπραγματεύσεις για την ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών, καταφεύγουν στη Συρία.

Η οθωμανοκρατούμενη περιοχή της φυσικής Συρίας (περιλάμβανε, εκτός από τη σημερινή, δηλ. τη γεωγραφική Συρία, τον Λίβανο, την Παλαιστίνη και την Υπεριορδονία) είχε καταληφθεί ως εχθρικό έδαφος, ενώ διαρκούσε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος από αγγλογαλλικά στρατεύματα (ο σουλτάνος της Κωνσταντινούπολης είχε ταχθεί με την πλευρά των Κεντρικών Δυνάμεων).

Ξεριζωμένοι από την Αλεξανδρέττα καταφεύγουν στην -υπό γαλλική κατοχή- Συρία, διωγμένοι από τους Τούρκους.
Μετά τη λήξη του πολέμου οι Γάλλοι, προλαβαίνοντας και καταστέλλοντας με στρατιωτικά μέσα την «αραβική αφύπνιση», έγιναν κύριοι της Δαμασκού, αντικαθιστώντας τους Αγγλους (είχαν αποχωρήσει λίγο νωρίτερα ύστερα από γαλλοαγγλική διανομή εδαφών περιοριζόμενοι σε Παλαιστίνη και Υπεριορδανία).

Με τη συμφωνία του Σαν Ρέμο (1920) νομιμοποιείται η γαλλική στρατιωτική παρουσία σε Συρία - Λίβανο στο όνομα της Κοινωνίας των Εθνών. Τυπικά, για την προστασία των μειονοτήτων και μέχρι να ανεξαρτητοποιηθεί η περιοχή. Ουσιαστικά η «εντολή» σήμανε μετατροπή σε γαλλική αποικία. Εκεί καταφεύγουν για προστασία χιλιάδες Ελληνες. Είναι ένας ενδιάμεσος σταθμός για μετάβαση σε ελληνικά εδάφη ή αλλού.

Μια περιγραφή της κατάστασης παραθέτει ο Βρετανός δημοσιογράφος και συγγραφέας Χάρολντ Σπένσερ, ο οποίος αυτή την περίοδο βρίσκεται στην Ελλάδα και αρθρογραφεί για την προσφυγική τραγωδία. Γράφει αρχές Μαρτίου του 1923: «Η κατάστασις εχειροτέρευσεν, ιδίως λόγω της πολιτικής της Γαλλικής Κυβερνήσεως... Μέγας αριθμός προσφύγων της Μικράς Ασίας επί των πλοίων εις τους Γαλλικούς λιμένας της Συρίας, οι δε Γάλλοι ουχί μόνον αρνούνται να επιτρέψουν εις αυτούς να παραμείνουν τουλάχιστον εις Συρίαν, αλλά αρνούνται και να τους δώσουν τροφήν...

Ο εκεί Ελλην πρόξενος ζητεί εσπευσμένως χρήματα διά να σώση τους πληθυσμούς αυτούς εκ πείνης θανάτου, παρίσταται δε ανάγκη να μεταφερθούν και οι πρόσφυγες ούτοι της Συρίας εις την Ελλάδα εφ' όσον οι Γάλλοι τους εκδιώκουν...» (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ 3/3/1923).

Για τους Γάλλους αυτή την περίοδο το τελευταίο που ενδιαφέρει είναι η ανθρώπινη ζωή και η προστασία των μειονοτήτων. Δεν θα διστάσουν, άλλωστε, δύο χρόνια αργότερα να βομβαρδίσουν την ίδια τη Δαμασκό, όταν ξέσπασε αραβική επανάσταση (Μεγάλη Επανάσταση του 1925 στη συριακή ιστορία).

Η στάση της Γαλλίας στιγματίζεται ως «απάνθρωπος», ενώ γίνονται εκκλήσεις προς Αμερικανούς και Βρετανούς για βοήθεια. Οι πρώτοι ανταποκρίνονται στο πλαίσιο της ευρύτερης βοήθειας προς τους Ελληνες πρόσφυγες. Αμερικανικές πηγές (Ερυθρός Σταυρός) κάνουν λόγο για διάθεση ενός συνολικού ποσού 30 εκ. δολαρίων, από τα οποία τα 2-3 διατίθενται για τους πρόσφυγες στη Συρία μέχρι τον Αύγουστο του 1923.

Είναι δυσδιάκριτο ποια ακριβώς είναι η συνέχεια του δράματος των 15.000 -ίσως και παραπάνω- προσφύγων στη Συρία. Ελάχιστες πληροφορίες είναι διαθέσιμες. Πολλοί απ' αυτούς μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα και άλλοι κατέφυγαν αλλού. Πάντως, προς το τέλος Ιουνίου του 1923 μερικές χιλιάδες βρίσκονταν ακόμη στην περιοχή, προσμένοντας τη μεταφορά τους (πηγές της ελληνικής κυβέρνησης εκείνη τη χρονική περίοδο κάνουν λόγο για 2.000-3.000 μόνο στη Βηρυτό). Αυτοί είχαν μεταφερθεί εκεί από τις συριακές ακτές με ελληνικά μέσα, ύστερα από απαίτηση των Γάλλων της Συρίας.

Αρκετοί απ' αυτούς, πάντως, παρέμειναν στη Συρία, όπου προφανώς το κλίμα δεν ήταν εχθρικό τότε. Ούτε λίγο αργότερα με την έκρηξη της επανάστασης, όταν οι συνθήκες έγιναν πολεμικές και οι συγκρούσεις πήραν επιπλέον και θρησκευτικό χαρακτήρα.

Για την ιστορία ας σημειωθεί ότι στη Δαμασκό προϋπήρχε από το 1917 σύλλογος Ελλήνων, αλλά τότε δημιουργείται ο πρώτος πυρήνας της κατοπινής ελληνικής χριστιανικής κοινότητας. Επειτα την πρωτεύουσα θα ακολουθήσει αμέσως μετά δημιουργία κοινότητας στο Χαλέπι. Αυτή θα εξελιχθεί στη μεγαλύτερη της Συρίας , ενώ θα «τροφοδοτεί» με μέλη και την ελληνική κοινότητα της Βηρυτού.

ΣΤΟ ΧΑΛΕΠΙ

Πείνα και εξαθλίωση για 12.000 Μικρασιάτες

Με αφορμή την πρόσφατη απεργία πείνας Σύρων προσφύγων στην πλατεία Συντάγματος, ο δημοσιογράφος Νταμιάν Μακόν Ουλάντ (ανταποκριτής της εφημερίδας «Irish Times» στην Αθήνα) δημοσιοποίησε από την ιστοσελίδα του (https://damomac.wordpress.com ) ένα φωτογραφικό ντοκουμέντο που δείχνει Ελληνες «Πρόσφυγες στο Χαλέπι», όπως αναγράφεται στην κορυφή της εικόνας. Οπως γράφει ο Ουλάντ ένας Σύρος πρόσφυγας- απεργός πείνας του υπέδειξε ότι στην ίδια θέση που βρίσκεται αυτός σήμερα, βρέθηκαν άλλοτε Ελληνες στη Συρία.

Ο δημοσιογράφος ερεύνησε το θέμα, εντόπισε σχετική φωτογραφία στο αρχείο της αμερικανικής Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου και τη δημοσίευσε με το ακόλουθο κείμενο: «Η φωτογραφία δεν έχει ημερομηνία, έχει τίτλο ''Ελληνες πρόσφυγες στο Χαλέπι'', και δείχνει μια ομάδα ανθρώπων με κουρελιασμένα ρούχα, ανάμεσά τους μικρά αγόρια, που περιμένουν να φάνε. Σε πρώτο πλάνο, μια γυναίκα, με ένα τενεκεδάκι στα πόδια της, στέκεται δίπλα σε ένα πρότυπο ''μαγειρείο''. Κάτω από τη φωτογραφία ως λεζάντα γράφει: ''Δόθηκε φαγητό σε 12.000 Ελληνες από τους Αμερικανούς''.

«Τραγική και αβέβαιη κατάσταση»

Σύμφωνα με τα στοιχεία για την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, όπως συμφωνήθηκε με τη συνθήκη της Λοζάνης το 1923, περίπου 17.000 Ελληνες από τη Μικρά Ασία βρέθηκαν πρόσφυγες σε διάφορες πόλεις της Συρίας. Τόσο σοβαρή ήταν η κατάσταση που τον Αύγουστο του 1923 ο υπεύθυνος των Ελλήνων προσφύγων στο Χαλέπι έστειλε τηλεγράφημα στο υπουργείο Εξωτερικών της Αθήνας ζητώντας να αποτρέψει άλλους Ελληνες να φτάσουν στην πόλη, γιατί ''ήταν αδύνατο να δεχτούν άλλους πρόσφυγες''.

Η γενικότερη κατάσταση για τους Ελληνες πρόσφυγες το καλοκαίρι του 1923 περιγράφεται ως ''τραγική και αβέβαιη'', όπως σήμερα των Σύρων προσφύγων...». Ας προστεθεί ότι η φωτογραφία χρονικά ανήκει, κατά πάσα πιθανότητα, στις μέρες του Μαΐου-Ιουνίου 1923.

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΑΡΤΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ ΤΟ 1939


Ελληνοαρμενικά καραβάνια από την Αλεξανδρέττα

Ενα δεύτερο κύμα Ελλήνων προσφύγων στη Συρία σημειώνεται με την προσάρτηση της Αλεξανδρέττας στην Τουρκία.

Η επαρχία (σαντζάκι) της Αλεξανδρέττας (κοντά στην αρχαία Αλεξάνδρεια, που ιδρύθηκε μετά τη μάχη στην Ισσό το 333 π.Χ.) από τον 16ο αιώνα μέχρι το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου ανήκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αποτελούσε μέρος της επαρχίας Χαλεπίου της Μεγάλης Συρίας, αλλά το 1918 ανεξαρτητοποιήθηκε και τέθηκε, όπως η υπόλοιπη Συρία και ο Λίβανος, υπό γαλλική κατοχή.

Το στρατηγικό λιμάνι ήταν ένας από τους πρώτους επεκτατικούς στόχους του νέου τουρκικού κράτους. Οπως και έγινε με την ανοχή και υποστήριξη της Γαλλίας, ενώ ξεσπούσε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος. Το 1938 τουρκικά στρατεύματα εισέβαλαν εκεί, ενώ το επόμενη χρονιά προκηρύχθηκε ένα νόθο δημοψήφισμα (για την ένωση ή όχι με την Τουρκία).

Από τότε η επαρχία Χατάι προστέθηκε στην τουρκική επικράτεια. Ιστορικά η περιοχή κατοικούνταν από Αραβες, αλλά και άλλες μειονότητες. Οι Τούρκοι ακολουθώντας τακτική εθνοκάθαρσης άλλαξαν την πληθυσμιακή σύνθεση. Το 1939-1940 υπολογίζεται ότι ένας πληθυσμός περίπου 50.000 ανθρώπων αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την περιοχή. Απ' αυτούς 11.000-12.000 ήταν Ελληνες και 26.000-27.000 Αρμένιοι.

Οι περισσότεροι Ελληνες κατέφυγαν τότε στη Δαμασκό και στο Χαλέπι, ενισχύοντας τις υπάρχουσες ελληνικές κοινότητες.

Από τα δύο βασικά ελληνικά προσφυγικά ρεύματα (1923 και 1939) προέρχονταν και οι 1.200 περίπου κάτοικοι της Συρίας, που είχαν ελληνικά διαβατήρια κατά την έναρξη του σημερινού.

ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΟΘΩΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΡΙΚΟΥΠΗ

Χριστιανοί πρόσφυγες από την περιοχή του Λιβάνου διασκορπίζονται στη Συρία, την Ελλάδα και αλλού κατά τις συγκρούσεις του 1860.
Οι επεμβάσεις στη Β. Αφρική έδιωξαν τους χριστιανούς

Ελληνες πρόσφυγες θα καταφύγουν κυρίως στη Δαμασκό και στο Χαλέπι δύο φορές κατά τον 19ο αιώνα. Μάλιστα, θα προκύψει ταυτοχρόνως και στη χώρα μας ζήτημα με Ελληνες πρόσφυγες από την ευρύτερη περιοχή. Η πρώτη διαδραματίζεται στην οθωνική Ελλάδα το 1860.

Η τότε βασιλική κυβέρνηση Μιαούλη μετέχει με ναυτική δύναμη σε γαλλικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στην οθωμανοκρατούμενη περιοχή, σε μία από τις πρώτες διεθνείς «ανθρωπιστικές επεμβάσεις» για την προστασία χριστιανών από «ιθαγενείς». Προσχηματικοί, βεβαίως, ήταν οι λόγοι και πραγματική αιτία ο έλεγχος της περιοχής και ο καθορισμός γαλλοβρετανικών ζωνών.

Πολλοί χριστιανικοί πληθυσμοί, απειλούμενοι πραγματικά ή όχι, εγκαταλείπουν τις ακτές της Β. Αφρικής και καταφεύγουν σε άλλα μέρη. Ανάμεσά στους πρόσφυγες και Ελληνες που κατευθύνονται προς τη Δαμασκό και το Χαλέπι. Αρκετοί απ' αυτούς θα μεταφερθούν και στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τις σύγχρονες πηγές μετά το τέλος της επιχείρησης (Οκτώβριος 1860) τα ελληνικά πλοία μετέφεραν στη χώρα «τους εις αυτά προσφεύγοντες...

Ουκ ολίγοι τότε ήλθον εις Αθήνας και άλλας Ελληνικάς πόλεις... Πλήθος προσφύγων μετήγαγον εις την Ελλάδα και τα Ρωσικά πλοία, τους ενταύθα γενικώς κληθέντες Βερουτιανούς (κατοίκους της Βηρυτού), όπερ όνομα απέκτησε έκτοτε εν Ελλάδι την σημασίαν του πρόσφυξ...».

Στην επαναστατημένη Αλεξάνδρεια

Η δεύτερη περίπτωση εξελίσσεται το 1882 (κυβέρνηση Τρικούπη). Οταν πάλι η Ελλάδα παίρνει μέρος με στρατιωτικές δυνάμεις στη γαλλοβρετανική επέμβαση, με επίκεντρο την επαναστατημένη Αλεξάνδρεια (επανάσταση του Ουράμπι στην Αίγυπτο).

Αρκετοί από τους δεκάδες χιλιάδες Ελληνες (υπολογίζονται σε 40.000-50.000), οι οποίοι εγκαταλείπουν την Αλεξάνδρεια και γενικότερα την Αίγυπτο, όπου υπάρχει έντονη ελληνική παρουσία, καταφεύγουν σε άλλες περιοχές (Κωνσταντινούπολη, Δαμασκό, Χαλέπι κ.α.). Κατά τη διάρκεια της κρίσης (Μάιος - Ιούλιος 1882) και μέχρι το βομβαρδισμό της Αλεξάνδρειας από τα αγγλικά πολεμικά (11 Ιουλίου) τα ελληνικά πλοία συμμετέχουν στην εκκένωση.

Οι περισσότεροι Ελληνες μεταφέρονται σε διάφορες πόλεις ελληνικές πόλεις με εμπορικά πλοία που πηγαινοέρχονται. Η κατάσταση περιγράφεται ως εξής σε ένα χρονικό της εποχής: «Απειράριθμοι οι συσσωρευθέντες εκ των προσφύγων εν Αθήναις και εις διαφόρους πόλεις της Ελλάδος Ελληνες (της Αιγύπτου)... Η Κυβέρνησις και αυτός ο Ελληνικός λαός διά συνεισφορών τους συντηρούσι? Καίτοι εγείρονται υπόνοιαι και φόβοι περί επιδηματικών ασθενειών και υπό των επιτροπών υγείας γνωματεύεται η αραίωσις, η συμπάθεια του κοινού άκαμπτος...».

Οι Ελληνες της Αιγύπτου θα επιστρέψουν αργότερα από τα σημεία όπου έχουν διασκορπιστεί στην ισοπεδωμένη σχεδόν Αλεξάνδρεια και στην αγγλοκρατούμενη, πλέον, Αίγυπτο. Θα ξεκινήσει τότε η λεγόμενη δεύτερη άνθηση της «Αλεξάνδρειας των Ελλήνων» και γενικότερα των ελληνικών κοινοτήτων στην Αίγυπτο.

Πηγή: ΕΘΝΟΣ - Τ. Κατσιμάρδος
Διαβάστε περισσότερα ...

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2016

Οι αγρότες της Ευρώπης ήρθαν από το Αιγαίο

Είχαν σκούρα μάτια, ανοιχτόχρωμο δέρμα, δυσανεξία στη λακτόζη, χαμηλό ποσοστό θνησιμότητας γύρω στα 35-45 χρόνια -οι γυναίκες μάλιστα ακόμη χαμηλότερο, καθώς αρκετές πέθαιναν στη γέννα- και το DNΑ του ήταν πιο κοντά με εκείνο του κατοίκου της Σαρδηνίας σήμερα.

Ο νεολιθικός αγρότης του ελλαδικού χώρου είχε τα ίδια χαρακτηριστικά με αυτόν του Αιγαίου και της Δυτικής Τουρκίας, ενώ οι πρώτοι αγρότες της Κεντρικής Ευρώπης κατάγονται από αυτούς του Αιγαίου.

Για τα συμπεράσματα αυτά χρειάστηκε έρευνα 5 χρόνων στο εργαστήριο Παλαιογενετικής του Πανεπιστημίου του Μάιντς στη Γερμανία, από την επίκουρη καθηγήτρια Φυσικής Ανθρωπολογίας στο τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, Χριστίνα Παπαγεωργοπούλου, η οποία μελέτησε τρία γονιδιώματα (ολόκληρο DNA) τριών προϊστορικών σκελετών.

Πρόκειται για σκελετούς προϊστορικών αγροτών, από τους νεολιθικούς οικισμούς στα Παλιάμπελα Κολινδρού στην Πιερία και στο Κλείτος Κοζάνης, που έζησαν στη Βόρεια Ελλάδα 7.500-5.500 χρόνια πριν.

Ομοια γενετική δομή

Τα αποτελέσματα των αναλύσεων αυτών που δίνουν στοιχεία για την πληθυσμιακή γενετική της νεολιθικής περιόδου στη Νοτιοανατολική Ευρώπη θα παρουσιάσει σήμερα η κ. Παπαγεωργοπούλου, κατά τη διάρκεια των εργασιών της 29ης Επιστημονικής Συνάντησης για το Αρχαιολογικό Εργο στη Μακεδονία και στη Θράκη, που γίνεται στη Θεσσαλονίκη.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση της κ. Παπαγεωργοπούλου, η μελέτη του σκελετικού υλικού κατέληξε σε μια όμοια γενετική δομή ανάμεσα στους νεολιθικούς πληθυσμούς στις δύο πλευρές του Αιγαίου και μια άμεση γενετική σχέση με τους πρώτους αγρότες που έφτασαν στη Βόρεια Βαλκανική και την Κεντρική Ευρώπη υποστηρίζοντας μετανάστευση και δημογραφική μετάβαση των πληθυσμών της Νοτιανατολικής Ευρώπης προς την Κεντρική Ευρώπη τουλάχιστον σε αυτή την πρώιμη φάση της νεολιθικής εποχής.

Επίσης η διαφοροποίηση των νεολιθικών αγροτών από το Αιγαίο, καθώς και των μεσολιθικών πληθυσμών συγκριτικά με τους μεσολιθικούς πληθυσμούς της Κεντρικής και της Βόρειας Ευρώπης και του Καυκάσου υποδηλώνει μια πιο πολύπλοκη δομή των μεσολιθικών πληθυσμών στη Νοτιοδυτική Ασία πριν από τη νεολιθική μετάβαση.

Τα τρία συγκεκριμένα γονιδιώματα από τη Βόρεια Ελλάδα βρέθηκαν να είναι πανομοιότυπα με άλλα της Κεντρικής Ευρώπης, καθώς επίσης και με δύο που προέρχονται από περιοχές της Τουρκίας.

Οι κυνηγοί τροφοσυλλέκτες της παλαιολιθικής περιόδου έδωσαν τη θέση τους στους γεωργούς της νεολιθικής εποχής, που είχαν πλέον μόνιμη εγκατάσταση, ασχολούνταν με την καλλιέργεια της γης, την εξημέρωση των ζώων και είχαν περισσότερο σύνθετη κοινωνική οργάνωση. Είναι χαρακτηριστικό πως ενώ η αρχή της γεωργίας και της εξημέρωσης των ζώων ξεκίνησε στην Εγγύς Ανατολή πριν από 11.000 χρόνια, στην Κεντρική Ευρώπη η μετάβαση αυτή εμφανίστηκε αρκετά αργότερα, 7.500 χρόνια από σήμερα.

Μέχρι τις 31 Μαΐου συνεχίζεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης η έκθεση «Αρχαίο DNA: Παράθυρο στο παρελθόν και το μέλλον», σε συνεργασία με το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, η οποία παρουσιάζει μέσα από φωτογραφίες και εποπτικό υλικό τη σύγχρονη έρευνα για το παλαιογενετικό υλικό - το αρχαίο DNA.

ΜΑΡΙΑ ΡΙΤΖΑΛΕΟΥ-ΕΘΝΟΣ
Διαβάστε περισσότερα ...

Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2016

Η έναρξη του πολέμου της Βοσνίας

Την 1η Μαρτίου 1992 διεξάγεται το δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Βοσνίας Ερζεγοβίνης και ξεκινά ο πόλεμος της Βοσνίας, που θα κρατήσει μέχρι τον Δεκέμβριο του 1995.
 
Μετά το θάνατο του ηγέτη της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας Γιόσιπ Μπροζ Τίτο το 1980, ο ολοένα αυξανόμενος εθνικισμός ανάμεσα στις γιουγκοσλαβικές δημοκρατίες άρχισε να απειλεί τη διάλυση την ένωσης.
 
Η διαδικασία αυτή εντάθηκε μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1980 με την άνοδο του Σέρβου ηγέτη Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς. Το 1991, οι Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες της Σλοβενίας, της Κροατίας και η Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας ανακήρυξαν την ανεξαρτησία τους.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Κροατία, που ακολούθησε, ο γιουγκοσλαβικός στρατός-υπό την κυριαρχία των Σέρβων- υποστήριξε Σέρβους αυτονομιστές στις βίαιες συγκρούσεις τους με κροατικές δυνάμεις.

Στη Βοσνία, οι Μουσουλμάνοι αντιπροσώπευαν τη μεγαλύτερη ενιαία ομάδα του πληθυσμού από το 1971. Πολλοί Σέρβοι και Κροάτες μετανάστευσαν κατά τη διάρκεια των επόμενων δύο δεκαετιών, και σε μια απογραφή πληθυσμού του 1991 στη Βοσνία, στα 4 εκατομμύρια πληθυσμού, το 44% ήταν Βόσνιοι, το 31% Σέρβοι, και το 17% Κροάτες. Οι εκλογές που διεξήχθησαν στα τέλη του 1990 οδήγησαν σε διάσπαση την κυβέρνηση συνασπισμού μεταξύ των κομμάτων που εκπροσωπούσαν τις τρεις εθνότητες, με επικεφαλής τον Βόσνιο Αλία Ιζετμπέκοβιτς.

Καθώς οι εντάσεις αύξαναν μέσα και έξω από τη χώρα, ο Σερβοβόσνιος ηγέτης Ράντοβαν Κάραζιτς και το Σερβικό Δημοκρατικό Κόμμα του παραιτήθηκε από την κυβέρνηση και δημιούργησε τη «Σερβική Εθνική Συνέλευση».

Την πρώτη Μαρτίου 1992 στην Βοσνία διεξάγεται δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της από τη Γιουγκοσλαβία (29 Φεβρουαρίου και 1 Μαρτίου του 1992). Στις 3 Μαρτίου ο Πρόεδρος Ιζετμπέκοβιτς διακηρύσσει την ανεξαρτησία της Βοσνίας.

Μη επιθυμώντας την ανεξαρτησία της Βοσνίας, οι Σέρβοι της Βοσνίας, ήθελαν να είναι μέρος ενός κυρίαρχου σερβικού κράτους στα Βαλκάνια, μια «Μεγάλη Σερβία», την οποία οι Σέρβοι αυτονομιστές οραματίζονταν από καιρό.
 
Στις αρχές Μαΐου του 1992, δύο ημέρες μετά την αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Βοσνίας από τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα (προδρόμου της Ευρωπαϊκής Ένωσης), σερβοβοσνιακές δυνάμεις, με την υποστήριξη του Μιλόσεβιτς και τον γιουγκοσλαβικό (κυριαρχούμενο από Σέρβους) στρατό εξαπέλυσαν επίθεσή, βομβαρδίζοντας την πρωτεύουσα της Βοσνίας, το Σεράγεβο.

Επιτέθηκαν σε πόλεις με μεγάλο πληθυσμό Βοσνίων, όπως τις Zvonik, Foca και Visegrad, ενώ ακολούθησε η βίαιη εκδίωξη Βοσνίων πολιτών από την περιοχή, διαδικασία που αργότερα χαρακτηρίστηκε ως εθνοκάθαρση.

Αν και οι κυβερνητικές δυνάμεις της Βοσνίας προσπάθησαν να αμυνθούν, κάποιες φορές με τη βοήθεια του κροατικού στρατού, οι σερβοβοσνιακές δυνάμεις είχαν τον έλεγχο σχεδόν των 3/4 της χώρας στο τέλος του 1993.

Οι περισσότεροι Κροατοβόσνιοι είχαν εγκαταλείψει τη χώρα ενώ ένας σημαντικός αριθμός Βοσνίων παρέμενε σε μικρότερες πόλεις. Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), αρνήθηκε να παρέμβει στη σύγκρουση στη Βοσνία, αλλά μια εκστρατεία από τον Ύπατο Αρμοστή του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες παρείχε ανθρωπιστική βοήθεια στα θύματα του πολέμου που είχαν εκτοπιστεί και τραυματιστεί ή υποσιτίζονταν.

H Σφαγή της Σρεμπρένιτσα: Ιούλιος 1995

Μέχρι το καλοκαίρι του 1995, τρεις πόλεις στην ανατολική Βοσνία, η Σρεμπρένιτσα, η Ζέπα και η Gorazde παρέμεναν υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης της Βοσνίας. Ο ΟΗΕ είχε κηρύξει αυτά τα περίκλειστα εδάφη ως «ασφαλή καταφύγια», το 1993, ώστε να είναι αφοπλισμένα να προστατεύονται από διεθνείς ειρηνευτικές δυνάμεις.

Ωστόσο, στις 11 Ιουλίου, Ο σερβοβοσνιακός στρατός υπό τον στρατηγό Ράτκο Μλάντιτς εισέρχεται στην κωμόπολη της Νότιας Βοσνίας και ύστερα από μικρή αντίσταση την καταλαμβάνει. Στη συνέχεια, σερβικές δυνάμεις χώρισαν τους Βόσνιους στη Σρεμπρένιτσα, βάζοντας τις γυναίκες και τα κορίτσια σε λεωφορεία και στέλνοντάς τους σε βοσνιακό έδαφος.
 
Μερικές από τις γυναίκες έπεσαν θύματα βιασμού ή σεξουαλικής επίθεσης, ενώ οι άντρες και τα αγόρια που παρέμειναν πίσω εκτελέστηκαν αμέσως ή μεταφέρθηκαν σε χώρους μαζικής θανάτωσης. Εκτιμάται ότι σκοτώθηκαν από τις σερβικές δυνάμεις στη Σρεμπρένιτσα από 7.000 ως 8.000 άνθρωποι.
 
Όπως γράφει ο Τάκης Μίχας στην Ανίερη Συμμαχία, «την ίδια νύχτα, ένα ελληνικό τηλεοπτικό κανάλι μετέδωσε τηλεφωνική συνέντευξη ενός Έλληνα μαχητή στη Σρεμπρένιτσα. ‘Όταν το πυροβολικό σταμάτησε τους βομβαρδισμούς, μπήκαμε και καθαρίσαμε!’, δήλωσε με φωνή που παλλόταν από συγκίνηση.
 
Σύμφωνα με την εφημερίδα Έθνος, τέσσερις σημαίες υψώθηκαν στα ερείπια της ορθόδοξης εκκλησίας της Σρεμπρένιτσα: η σερβική, η ελληνική, της Βεργίνας και του Βυζαντίου. ‘Κυματίζουν μαζί, δίπλα-δίπλα και είναι η απόδειξη της αγάπης και της αλληλεγγύης των δύο λαών, της ευγνωμοσύνης των Σέρβων στρατιωτών για την βοήθεια των Ελλήνων εθελοντών που πολεμούν στο πλευρό τους’, ανέφερε στην ανταπόκρισή της η αθηναϊκή εφημερίδα».

Μετά την σερβοβοσνιανική κατάληψη της Ζέπα, τον ίδιο μήνα, και την έκρηξη μιας βόμβας σε πολυσύχναστη αγορά του Σεράγεβο, η διεθνής κοινότητα άρχισε να αντιδρά δυναμικά στη συνεχιζόμενη σύγκρουση και τον συνεχώς αυξανόμενο αριθμό των νεκρών. Τον Αύγουστο του 1995, αφού οι Σέρβοι αρνήθηκαν να συμμορφωθούν με το τελεσίγραφο του ΟΗΕ, το ΝΑΤΟ συμμαχώντας με βοσνιακές και κροατικές δυνάμεις βομβάρδισε επί τρεις εβδομάδες τις σερβοβοσνιακές θέσεις και προχώρησε σε χερσαία επίθεση.

Με την οικονομία της Σερβίας να πλήττεται από τις κυρώσεις των Ηνωμένων Εθνών και τις στρατιωτικές της δυνάμεις να δέχονται επίθεση, ο Μιλόσεβιτς συμφώνησε μετά από τρία χρόνια πολέμου να αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις τον Οκτώβριο.Στις υπό την αιγίδα των ΗΠΑ ειρηνευτικές συνομιλίες στο Ντέιτον του Οχάιο το Νοέμβριο του 1995 (στις οποίες μετείχαν ο Ιζετμπέγκοβιτς, ο Μιλόσεβιτς και ο Πρόεδρος της Κροατίας, Φράνιο Τούτζμαν) συμφωνήθηκε ο διαχωρισμός της Βοσνίας: το 51% ως Κροατο-Μουσουλμανικός τομέας, υπό την ονομασία Ομοσπονδία της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης που είχε δημιουργηθεί τον Ιανουάριο του 1994, και στο τομέα της Σερβικής Δημοκρατίας το υπόλοιπο 49% της χώρας.

Στη διάρκεια του πολέμου στη Βοσνία σκοτώθηκαν 278.000 άνθρωποι, εκ των οποίων 150.000 ήταν Μουσουλμάνοι, 97.000 Σέρβοι και 28.000 Κροάτες. Την ίδια περίοδο μετακινήθηκαν 1.370.000 κάτοικοι, εκ των οποίων 702.000 ήταν Μουσουλμάνοι, 410.000 Σέρβοι και 155.000 Κροάτες.
Διαβάστε περισσότερα ...

Facebook