Πάντα να ξαναρχίζεις ...

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Από την αρχαιοελληνική Θρησκεία στην Ελληνική Ορθοδοξία

Η αρχαιοελληνική θρησκεία διέ­γραψε μία θριαμβευτική πορεία 3000 ετών τουλάχιστον, δηλ. από το 2500 π.Χ. μέχρι το 500 π.Χ. και αυτό είναι πολύ σημαντικό.Δεν είναι, λοιπόν, περίεργη και ανεξήγητη η παράδοση της σκυτά­λης στον Ελληνικού τύπου Χριστιανι­σμό, στην Ορθοδοξία.

Οι αρχαίοι θεοί είχαν κουραστεί.Όμως η Ελληνική Ορ­θοδοξία, προς διάκριση από τις άλλες ορθοδοξίες που δεν είναι καθόλου ίδιες, δεν επεκράτησε αστραπιαίως, αλλά πήρε τουλάχιστον 500 χρόνια για να ολοκλη­ρωθεί η μετάβαση από ην παλιά στη νέα θρησκεία.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος, οι Πατέρες της εκκλησίας, ο Θεοδόσιος και ο Ιουστινιανός, μαζί με τις Συνόδους έσπρωξαν/υποχρέωσαν τους Έλληνες προς την Ορθοδοξία με επίμονες και συ­στηματικές προσπάθειες, οι οποίες, όπως θα δούμε, από πλευράς θρησκευτικής και τε­λετουργικής δεν κατάφεραν να εξοστρα­κίσουν τον αρχαιοελληνικό τελετουρ­γικό και μυστηριακό τρόπο, αλλά τον υιοθέτησαν έστω και μεταμφιεσμένο.

Ο Σικελιανός έχει αφήσει ατέλειωτη μία τραγωδία, τον «Ασκληπιό», που εκτυλίσσεται στον 5ο μ.Χ. και εμφανίζει την παλαιά και τη νέα θρησκεία να συ­νυπάρχουν, ενώ σε μερικές περιοχές της Ελλάδος συνυπήρχαν μέχρι και τον 10ο μ.Χ. αιώνα.

Στο Βυζαντινό Μουσείο των Αθηνών αναπαρίσταται η εξέλιξη της αρχιτεκτονικής του ορθοδόξου ναού από την παλαιοχριστιανική εποχή μέχρι των ημερών μας, από την οποία προκύπτει ότι ο ορθόδοξος Χριστιανικός ναός χτί­στηκε ακριβώς πάνω στην δομική φιλο­σοφία του αρχαίου ελληνικού ναού (πρόναος, κύριος ναός, ιερό με αγία τράπεζα ή βωμό).

Ακόμη και η στέγη ήταν επί αιώνες η ίδια με αυτή του αρ­χαίου ναού, ενώ σε μερικούς απλούς και φτωχούς ορθοδόξους ναούς και ξωκ­κλήσια διατηρείται και σήμερα.Ο τελετουργικός και μυστηριακός χα­ρακτήρας της ορθοδόξου χριστιανικής λειτουργίας, μαζί με το μέλος και την υμνωδία, την ιερατική αμφίεση, τα αφιε­ρώματα και το εορτολόγιο αποτελούν την θρησκευτική ιστορική συνέχεια του αρχαίου τυπικού.

Ακόμη και ο τόπος ανεγέρσεως των αρχαίων και των ορθο­δόξων ναών είναι επιλεγμένος με τα ίδια φυσιολατρικά κριτήρια. Αμφότεροι έχουν κτιστεί και κτίζονται σε τοποθε­σίες απαράμιλλου φυσικού κάλλους και τοπίου, που αυτόματα ωθούν το θρη­σκευτικό συναίσθημα προς τα ύψη της υπέρβασης.

Ως προς το δογματικό μέρος της ορθο­δοξίας, παραθέτω την άποψη του σοφού Γιώργου Θεοτοκά, όπως διατυπώθηκε στο διαχρονικό του κείμενο «Το «Δαι­μόνιο» του Έλληνα»: «Θα έλεγε ίσως κανείς πως η Ελλάδα δεν αποκήρυξε ποτέ ολότελα τον προγονικό της παγανισμό, μα πως όταν δέχτηκε το χριστιανι­σμό, σαν προέκταση των αρχαίων μυ­στηρίων και του πλατωνισμού, προσάρ­μοσε απάνω της τα στοιχεία του εκείνα που μπορούσαν να συνυπάρξουν με τις παραδόσεις της.

Νομίζει κανείς, πως έγινε κάποιος υποσυνείδητος συμβιβασμός ανάμεσα στο λαό και στη νέα θρησκεία. Ο λαός πήρε από το χριστιανισμό ό,τι του φά­νηκε ωραίο ή χρήσιμο.

Η θρησκεία απέφυγε να έρθει σε αντίθεση με τις βά­σεις της πνευματικότητας του λαού, τέ­τοιες που τις νοιώθουμε στα παλιά και στα νεώτερα γραφτά του έργα, ίσα-ίσα προσπαθώντας να ταιριάζει μαζί τους. Κι οι θεοί λάβανε μέρος σ’ αυτήν τη συ­νεννόηση.

Έχασαν βέβαια τα ονόματά τους κι ένα σημαντικό ποσοστό από την εξου­σία τους κι από το κύρος τους, κατόρθω­σαν όμως να διατηρήσουν ως ένα σημείο την προσωπικότητά τους και τη μυθολο­γία τους.

Δεν είναι αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς τον Άρη κάτω από τη μορφή του αη-Γιώργη, θεού των ελληνικών στρα­τευμάτων, ή τον Ποσειδώνα πίσω από τον αη-Νικόλα, Θεό των ναυτών και των καραβιών.Ο Ιησούς της Ελλάδας έχει ορισμένες ομοιότητες με τον Απόλλωνα και τον Ορφέα.Ο Χάρων έγινε Χάρος»

Ο Ακαδημαϊκός και καθηγητής της Λαογραφίας Κ. Ρωμαίος σε εκτεταμένη του μελέτη έχει αποδείξει, ότι το χρι­στιανικό εορτολόγιο και οι θρησκευτι­κές μας παραδόσεις (πανηγύρια κλπ) κυ­ριολεκτικώς περπατούν πάνω στα αντί­στοιχα ανάλογα της αρχαιοελληνικής θρησκείας και λατρείας και στις πανάρ­χαιες παραδόσεις.

Και δικαιώνεται ο διεισδυτικός Καβάφης όταν στο περί­φημο ποίημά του «Ιωνικόν» γράφει ότι: «Κι αν εσπάσαμε τα αγάλματά των κι αν εδιώξαμεν τους Θεούς από τους ναούς των διόλου δεν απέθαναν γι’ αυτό οι θεοί».

Όμως θα επικεντρώσω την προσοχή μου επί ενός θέματος αμιγώς δογματικού χαρακτήρος, όπως τούτο έχει υποπέσει στην αντίληψή μου και όπως βιώνεται στην Ελληνική ύπαιθρο.Για παρά­δειγμα στη Σίφνο υπάρχουν 232 ναοί, ναΐδρια, ξωκκλήσια και μοναστήρια (Μικροί Παρθενώνες).Από αυτά περισ­σότερα από 80 είναι αφιερωμένα και τι­μούν την Παναγία και μόλις 4 τον ίδιο τον Χριστό. Μάλιστα, δε, από τους 28 περισσότερο διακεκριμένους ναούς με δικέφαλο αετό στο δάπεδο, οι 14 εορτά­ζουν την Παναγία.

Σε κάθε νομό, επαρ­χία και νησί της Ελλάδος, κατά προτί­μηση την καλοκαιρινή περίοδο και πάν­τως σπανιότατα τον χειμώνα, εορτάζον­ται μεγάλης ακτινοβολίας τετιμημένοι ναοί στο όνομα της μητέρας του Χρι­στού: Παναγία της Τήνου, του Μάλεβη, της Τσακωνίας, της Εκατονταπυλιανής της Πάρου, της Χρυσοπηγής της Σίφνου, την Παναγία του Σουμελά, του Μεγάλου Σπηλαίου κλπ.Ακόμη και ο ναός της Παρθένου Αθηνάς επί της Ακροπόλεως των Αθηνών κατοικήθηκε από την Παρ­θένο Μαρία.


Και απορώ και αναρωτιέ­μαι, πόσοι ναοί είναί αφιερωμένοι στο όνομα του ιδρυτή της Χριστιανικής Θρησκείας στον τόπο μας; Ελαχιστότα­τοι. Πηγαίνοντας και λίγο πιο πίσω, ο εθνικός ύμνος των Βυζαντινών αναφέ­ρονταν στην Υπέρμαχο Στρατηγό την Παναγία. Και το ένδοξο ελληνικό έπος του 1940 ετέλη υπό την σκέπη της Πανα­γίας.Η εκκλησία μέσα σε έναν ναό της Αθηνάς που χτίστηκε το 480 π.Χ.Ιδρύθηκε για να τιμήσει τη νίκη των Συρακουσών κατά των Καρχηδονίων στη μάχη της Ιμέρας.


Ο ναός βρισκόταν στην ακρόπολη της πόλης. εδώ πλευρά της εκκλησίας όπου οι δωρικοί κίονες στέκονται ακόμα, έχει μετατραπεί σε χριστιανικό ναό το 700 μ.Χ.Η απάντηση στο ερώτημα είναι εύ­κολη για τους ορώμενους όχι τα αόρατα αλλά τα ορατά έξω από δογματικούς φα­νατισμούς.

Ο θρησκευτικός προσανατο­λισμός των κατοίκων του τόπου τούτου από την παλαιολιθική, και οπωσδήποτε από την νεολιθική εποχή, ήταν συνυφα­σμένος με το θείο θαύμα της ελληνικής φύσεως και εκφρασμένος μέσα από την ανεξήγητη γονιμότητά της, που προσήγ­γιζε την έκφρασή της μέσα από την διαιώνια γυναικεία μορφή της αναπαρα­γωγής.

Δεν γινότανε αλλιώς

Το Χρι­στιανικό δόγμα υποχρεώθηκε να αποδε­χθεί, λίαν ευφυώς, την αξεπέραστη πραγματικότητα, να πάρει τον χαρα­κτήρα της Ελληνικής Ορθοδοξίας και να πιστέψουν οι Έλληνες στην άφθαρτη διαιώνια μητέρα, να την προσωποποιή­σουν, να την εξιδανικεύσουν και εν τέλει να την θεοποιήσουν, προσδίδοντας το όνομα όχι της Αγίας Μαρίας των Λατί­νων και της Μαίρης των Προτεσταντών, αλλά της Παν-αγίας μητρός του Θεού, της Θεοτόκου.Οι Καθολικοί έχουν την γαλανομάτα Μαντόνα στις τρισδιάστατες εικόνες τους και τα ειδωλολατρικά αγάλματά της, οι δε Προτεστάντες την αγνοούν προκλητικά.

Η Ελληνική Ορθόδοξη Παναγία αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του χριστιανικού μας δόγματος, ως αναγκαία φυσική συνθήκη του θρησκευ­τικού συναισθήματος των Ελλήνων, που θέλει να την ταυτίσει με την Θεία Φυ­σική δημιουργία και την ανεξιχνίαστη αρχή της.Φυσιολατρεία: η διαιώνια Θρησκεία των Ελλήνων Μέσα από τις διαφορετικές της εκ­φράσεις η διαιώνια θρησκεία των Ελ­λήνων (Πελασγοελλήνων) είναι μία: H Φύση.

Οι βασικές της μορφές από την νεολιθική εποχή της 8ης χιλιετίας π.Χ. μέχρι σήμερα έχουν κοινές ρίζες, που αρδεύονται από το απαράμιλλο κάλλος και θείο θαύμα της Ελληνικής Φύσεως. Η φύση που μας φιλοξενεί, η γη, η θά­λασσα, ο αγέρας, τα βουνά, ο ήλιος και το στερέωμα είναι όλο πνεύμα. Ζούμε σε μία πνευματοποιημένη φύση για τους τα ορατά και τα αόρατα.

Το συναίσθημα ξεχειλίζει και κατισχύει της κοινής λογικής.Στα πλαίσια του φυσικού τούτου θείου δώρου, ήταν επόμενο να εμπεδωθεί το διαιώνιο λαϊκό θρησκευτικό συναίσθη­μα, όλων των εποχών, πέραν παντός δογ­ματισμού και να ταυτιστεί με την διη­νεκή γιορτή των χρωμάτων, του φωτός, των συναισθημάτων και της αυτόματης προσέγγισης του Θείου.

Ο διαχρονικός άνθρωπος του τόπου μας αυτόνομα, ενστικτωδώς και κατά θείαν επιταγήν πέ­ρασε από την φυσιο-λατρεία της εποχής του αρχέτυπου, στην προσωποποίηση της Θεάς Γονιμότητας με τα αγαλματί­δια της νεολιθικής εποχής.

Ακολούθησε η άκρως ευαισθητοποιημένη Θεά – Γαία των εκπληκτικών κυκλαδίτικων ειδω­λίων, για να επικυρωθεί και σφραγιστεί η κοινή Θρησκευτική και λατρευτική πορεία των Πελασγών – Προελλήνων με την ιερά ιστορία των Ελλήνων της Θεο­γονίας.Εδώ σαφώς το πρωταρχικό στοι­χείο είναι η πανάρχαια Θεά Γαία και οι δισέγγονες Δήμητρα, Αθηνά, Άρτεμις και εκατοντάδες Μούσες και Νύμφες που εξέφραζαν την εξιδανικευμένη προ­σωποποίηση της φύσεως στην απέραντη πολλαπλότητά της.

Ο φανατισμός και η εμπάθεια έως κα­ταστροφής των Γαλατοχριστιανών, κυ­ρίως του 5ου μ.Χ. αιώνος, εναντίον κάθε «ελληνικού», έχει εμποδίσει και εμπο­δίζει ακόμη να διακρίνουμε, ότι πίσω από την Ελληνική Ορθοδοξία κρύβεται και συνεχίζεται ζώσα η διαιώνια Θρη­σκεία της Φυσιο-λατρείας των Ελλήνων που πάντα θέλουν θηλυκού γένους τον Θεό τους.

Και επιμένουν να τον τιμούν και να τον εορτάζουν πανηγυρικά μέσα στην επανάσταση των λουλουδιών και της αν­θοφορίας των χρωμάτων, της καλοκαιρι­νής συγκομιδής και του κατακλυσμιαίου καλοκαιρινού φωτός που είναι όλο πνεύμα.

Η Ορθοδοξία μέσα από το τυπικό και τελετουργικό και την μυστηριακή της μαγεία, διέσωσε αυτούσιο, ό,τι πανάρ­χαιο υπάρχει στις θρησκευτικές μας πα­ραδόσεις από την νεολιθική και κλασ­σική εποχή, φτάνοντας στο σημείο όχι μόνο να προσωποποιήσει ιδανικά το θείο, αλλά και να το εξιδανικεύσει, δια της Παναγίας (και των Αγίων) σε ανώ­τατο βαθμό εξοικείωσης για τον άνθρω­πο.

Και όλα ταύτα μακράν του δογματι­κού χαρακτήρος του δυτικού Χριστιανι­σμού και των ευθυνών του για το σημε­ρινό μας χάλι, όταν η ορθοδοξία ουδε­μίαν συμμετοχή έχει.

Περιοδικό «Τότε…», τ. 48, Μάιος-Ιούν. 1994.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Facebook