«Όσο τιμώνται στην πόλη τα πλούτη και οι πλούσιοι, τόσο περιφρονείται η αρετή και οι χρηστοί: Τιμωμένου δη πλούτου εν πόλει και των πλουσίων, ατιμοτέρα αρετή τε και οι αγαθοί.». (Πλάτων).

Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

Ιησούς: Κοινωνικός επαναστάτης;

Αν για κάποιους οι συνθήκες της γέννησης του Ιησού, το περιεχόμενο της διδασκαλίας του, η δράση και τα θαύματά του είναι ζητήματα αβέβαια, η αιτία του θανάτου του είναι πέρα από κάθε αμφιβολία.

Το μόνο που δεν αμφισβητείται για τον Ιησού από τη Ναζαρέτ είναι ότι εκτελέστηκε από τους Ρωμαίους για τη στάση του εναντίον της κυβέρνησης, ότι ο Ιησούς σταυρώθηκε ως επαναστάτης υπό τις διαταγές του Ποντίου Πιλάτου.

Ήταν ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ, κοινωνικός επαναστάτης; Υπήρξε ένας σοσιαλιστής, συνήγορος των φτωχών; Ήταν μήπως ο ηγέτης των Ζηλωτών; Μήπως κάποιοι από τους μαθητές του όπως ο Σίμων ο Ζηλωτής και ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, ανήκαν στους Ζηλωτές, τους αντιστασιακούς και πολιτικούς επαναστάτες της εποχής εκείνης και τους ορκισμένους εχθρούς της Ρώμης; ‘Ήταν το κίνημα του Ιησού ένα πολιτικό επαναστατικό κίνημα;

Ήταν ένας τύπος σαν τον Σπάρτακο, τον Λένιν, τον Τσε Γκεβάρα, τον ιερέα Camιllο Τοrreς που πολέμησε για την απελευθέρωση της Κολομβίας, ή οποιοδήποτε άλλον μπορεί να φανταστεί κανείς από τους γνωστούς πολιτικούς επαναστάτες; Για πολλούς διανοητές διάφορων ιδεολογιών αλλά και Θρησκειολόγων η απάντηση είναι καταφατική.

Το ότι ο Ιησούς υπήρξε κοινωνικοπολιτικός επαναστάτης, υπήρξε η αγαπημένη θεωρία των άθεων και των μαρξιστών ιστορικών, αρχής γενομένης από τον Μαρξ και τον σοσιαλιστή Karl Kautsky, που στο βιβλίο του Η Γένεση του Χριστιανισμού (1908), προσπαθεί να αποδείξει ότι ο Ιησούς υπήρξε ένας Μεσσίας επαναστάτης που ηγήθηκε ενός κομμουνιστικού κινήματος της Παλαιστίνης το οποίο απέτυχε, άποψη που επανέλαβε αργότερα και ο Έλληνας μαρξιστής Γιάννης Κορδάτος στο έργο του Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός.

Πιο επιστημονικός και τεκμηριωμένος εμφανίζεται στα 1929, ο Robert Eisler, στο βιβλίο του Ιησούς βασιλεύς ου βασιλεύσεας, που παρουσιάζει τον Χριστιανισμό ως εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα, και τον Ιησού ως εθνικό Μεσσία Επαναστάτη. Κάποιοι άλλοι είδαν τον Ιησού ως ζηλωτή επαναστάτη όπως τον είδε και ο Reimarus

Πιο πρόσφατα, είδαν το φως της δημοσιότητας εργασίες θεολόγων, που τονίζουν τη σημασία του κηρύγματος και της δράσης του Ιησού την οποία χαρακτηρίζουν «επαναστατική», δίνοντας έμφαση σε κάποια σημεία της διδασκαλίας του ή περιστατικά της ζωής του. Έτσι ο Γερμανός θεολόγος Jürgen Moltmann στη δεκαετία του 1970 μίλησε για έναν «Μεσσία της ελπίδας» και για τη «θεολογία της ελπίδας», ακολουθώντας τον φιλόσοφο Ernst Bloch που πιο πριν απ’ αυτόν, μίλησε για την«αρχή της ελπίδας», δίνοντας έμφαση στην μεταβολή του κόσμου δια του επαναστατικού μηνύματος του Χριστιανισμού.

Κάποιοι άλλοι μίλησαν για μια «θεολογία της απελευθέρωσης» (theology of liberation), ιδιαίτερα στους λαούς της Λατινικής Αμερικής. Εφόσον ο Ιησούς υπήρξε ο κατεξοχήν απελευθερωτής του ανθρώπου, δεν δίστασε, κατά την άποψή τους, να καταφύγει και στη βία, π.χ. αναποδογυρίζοντας τις τράπεζες των αργυραμοιβών στο ναό.

Ο Samuel George Frederick Brandon (1907-1971) ήταν απόφοιτος του Πανεπιστημίου του Leeds. Από το 1951, ήταν Καθηγητής Συγκριτικής Θρησκειολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ. Χειροτονήθηκε το 1932 μετά από εκπαίδευση σε Αγγλικανική Mirfield, και στη συνέχεια έκανε επτά χρόνια ως ιερέας έως την εγγραφή του ως εφημέριος του στρατού στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά από αυτό ξεκίνησε την ακαδημαϊκή του καριέρα το 1951.

Όπως διαβάζουμε στο history today μία από τις πιο διάσημες θεωρίες του, η οποία δημιούργησε συζητήσεις μεταξύ μελετητών, ήταν η προσπάθειά του να αποδείξει ότι ο Ιησούς ήταν ο πολιτικός ηγέτης της εβραϊκής επανάστασης με ισχυρή επιρροή του κινήματος των Ζηλωτών. Αυτό, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις σε όλο τον κόσμο μιας και παρουσιάζει τον Ιησού ως πολιτικό ακτιβιστή.

Αν για κάποιους οι συνθήκες της γέννησης του Ιησού, το περιεχόμενο της διδασκαλίας του, η δράση και τα θαύματά του είναι ζητήματα αβέβαια, η αιτία του θανάτου του είναι πέρα από κάθε αμφιβολία. Το μόνο που δεν αμφισβητείται για τον Ιησού από τη Ναζαρέτ είναι ότι εκτελέστηκε από τους Ρωμαίους για τη στάση του εναντίον της κυβέρνησης, ότι ο Ιησούς σταυρώθηκε ως επαναστάτης υπό τις διαταγές του Ποντίου Πιλάτου.

Ήταν ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ, κοινωνικός επαναστάτης; Υπήρξε ένας σοσιαλιστής, συνήγορος των φτωχών; Ήταν μήπως ο ηγέτης των Ζηλωτών; Μήπως κάποιοι από τους μαθητές του όπως ο Σίμων ο Ζηλωτής και ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, ανήκαν στους Ζηλωτές, τους αντιστασιακούς και πολιτικούς επαναστάτες της εποχής εκείνης και τους ορκισμένους εχθρούς της Ρώμης;

Ήταν το κίνημα του Ιησού ένα πολιτικό επαναστατικό κίνημα; Ήταν ένας τύπος σαν τον Σπάρτακο, τον Λένιν, τον Τσε Γκεβάρα, τον ιερέα Camιllο Τοrreς που πολέμησε για την απελευθέρωση της Κολομβίας, ή οποιοδήποτε άλλον μπορεί να φανταστεί κανείς από τους γνωστούς πολιτικούς επαναστάτες; Για πολλούς διανοητές διάφορων ιδεολογιών αλλά και Θρησκειολόγων η απάντηση είναι καταφατική.

Το ότι ο Ιησούς υπήρξε κοινωνικοπολιτικός επαναστάτης, υπήρξε η αγαπημένη θεωρία των άθεων και των μαρξιστών ιστορικών, αρχής γενομένης από τον Μαρξ και τον σοσιαλιστή Karl Kautsky, που στο βιβλίο του Η Γένεση του Χριστιανισμού (1908), προσπαθεί να αποδείξει ότι ο Ιησούς υπήρξε ένας Μεσσίας επαναστάτης που ηγήθηκε ενός κομμουνιστικού κινήματος της Παλαιστίνης το οποίο απέτυχε, άποψη που επανέλαβε αργότερα και ο Έλληνας μαρξιστής Γιάννης Κορδάτος στο έργο του Ιησούς Χριστός και Χριστιανισμός.

Πιο επιστημονικός και τεκμηριωμένος εμφανίζεται στα 1929, ο Robert Eisler, στο βιβλίο του Ιησούς βασιλεύς ου βασιλεύσεας, που παρουσιάζει τον Χριστιανισμό ως εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα, και τον Ιησού ως εθνικό Μεσσία Επαναστάτη.Κάποιοι άλλοι είδαν τον Ιησού ως ζηλωτή επαναστάτη όπως τον είδε και ο Reimarus

Πιο πρόσφατα, είδαν το φως της δημοσιότητας εργασίες θεολόγων, που τονίζουν τη σημασία του κηρύγματος και της δράσης του Ιησού την οποία χαρακτηρίζουν «επαναστατική», δίνοντας έμφαση σε κάποια σημεία της διδασκαλίας του ή περιστατικά της ζωής του. Έτσι ο Γερμανός θεολόγος Jürgen Moltmann στη δεκαετία του 1970 μίλησε για έναν «Μεσσία της ελπίδας» και για τη «θεολογία της ελπίδας», ακολουθώντας τον φιλόσοφο Ernst Bloch που πιο πριν απ’ αυτόν, μίλησε για την«αρχή της ελπίδας», δίνοντας έμφαση στην μεταβολή του κόσμου δια του επαναστατικού μηνύματος του Χριστιανισμού.

Κάποιοι άλλοι μίλησαν για μια «θεολογία της απελευθέρωσης» (theology of liberation), ιδιαίτερα στους λαούς της Λατινικής Αμερικής. Εφόσον ο Ιησούς υπήρξε ο κατεξοχήν απελευθερωτής του ανθρώπου, δεν δίστασε, κατά την άποψή τους, να καταφύγει και στη βία, π.χ. αναποδογυρίζοντας τις τράπεζες των αργυραμοιβών στο ναό.

Ο Samuel George Frederick Brandon (1907-1971) ήταν απόφοιτος του Πανεπιστημίου του Leeds. Από το 1951, ήταν Καθηγητής Συγκριτικής Θρησκειολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ. Χειροτονήθηκε το 1932 μετά από εκπαίδευση σε Αγγλικανική Mirfield, και στη συνέχεια έκανε επτά χρόνια ως ιερέας έως την εγγραφή του ως εφημέριος του στρατού στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά από αυτό ξεκίνησε την ακαδημαϊκή του καριέρα το 1951.

Όπως διαβάζουμε στο history today μία από τις πιο διάσημες θεωρίες του, η οποία δημιούργησε συζητήσεις μεταξύ μελετητών, ήταν η προσπάθειά του να αποδείξει ότι ο Ιησούς ήταν ο πολιτικός ηγέτης της εβραϊκής επανάστασης με ισχυρή επιρροή του κινήματος των Ζηλωτών. Αυτό, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις σε όλο τον κόσμο μιας και παρουσιάζει τον Ιησού ως πολιτικό ακτιβιστή.

Η άποψη κάποιων από αυτών των ερευνητών, είναι ότι ο Ιησούς και μερικοί αν όχι όλοι από τους μαθητές του, ανήκαν στις τάξεις των Ζηλωτών, των Ιουδαίων επαναστατών δηλαδή, της εποχής εκείνης, που απέβλεπαν σε πολίτικη, κοινωνική και θρησκευτική απελευθέρωση της Ιουδαίας από τη Ρώμη με ένοπλο αγώνα.

Οι παραπάνω ερευνητές απαντούν στο ερώτημα περί Ιησού ως πολιτικού ακτιβιστή-επαναστάτη καταφατικά, και προβάλλουν διάφορα επιχειρήματα που αντλούν μέσα από τα Ευαγγέλια.

Οι οπαδοί της θεωρίας του Ιησού Ζηλωτή–επαναστάτη, επιμένουν ότι υπάρχουν και άλλα επιχειρήματα υπέρ της άποψής τους, και προσάγουν τα επόμενα λόγια του Ιησού:

«Μη νομίσητε ότι ήλθον βαλείν ειρήνην επί την γην… Ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην αλλά μάχαιραν…»(Ματθ. 10:34–36).

Το επιχείρημα που αντλείται από το χωρίο αυτό, είναι, ότι, ο Ιησούς ήταν αποφασισμένος να καταφύγει στην βία όπως έκαναν και οι Ζηλωτές.

Κάποιοι, είδαν μια δικαίωση της θέσης τους για Ιησού πολιτικό επαναστάτη, στην γνωστή εκδίωξη των αργυραμοιβών από τον ναό και την ανατροπή των τραπεζών τους από τον Ιησού, επεισόδιο που έγινε λίγο προ του σταυρικού του θανάτου.

Η αλήθεια είναι ότι στα Ευαγγέλια, ο Πιλάτος εμφανίζεται ως αναποφάσιστος διοικητής που υπέκυψε στις πιέσεις των Αρχιερέων και καταδίκασε τον Ιησού, χωρίς να έχει πειστεί για την ενοχή του. Μάλιστα, πριν ανακοινώσει την απόφαση του, ο Πιλάτος «ένιψε τας χείρας του», ορίζοντας ως μοναδικούς υπεύθυνους τους Αρχιερείς. Αυτή ήταν μια εβραϊκή συνήθεια που δήλωνε την αποποίηση των ευθυνών....

Ο Γάλλος θρησκειολόγος Έρνεστ Ρενάν, δέχεται πως τα ιερά κείμενα αποδίδουν, μέσες άκρες, την πραγματικότητα. Αντίθετα άλλοι φρονούν, ότι παραποιούν την αλήθεια για να καλοπιάσουν την Ρωμαϊκή εξουσία. Κατά την γνώμη του Brandon, τα Ευαγγέλια και ιδιαίτερα τα κατά Ματθαίο γράφτηκαν λίγο μετά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ (71 μ.Χ.). Οι συγγραφείς τους, έπρεπε να αποφύγουν τον κίνδυνο, να χαρακτηρισθούν οι οπαδοί του Ναζωραίου, συνένοχοι των νικημένων. Τα στρίψανε έτσι ώστε να αμβλύνουν τις αντικαθεστωτικές αιχμές τους.

Ο ιστορικός, ο οποίος προσπαθεί να καταλάβει τι πραγματικά συνέβη εκείνη την πρώτη Μεγάλη Παρασκευή, φαίνεται ότι αμέσως διαπιστώνει ότι οι εβραϊκές αρχές συνέλαβαν τον Ιησού, επειδή τον θεωρούσαν ως απειλή για την ειρήνη και την ευημερία του εβραϊκού κράτους, για την οποία ήταν υπεύθυνη για τους Ρωμαίους.

Μετά ανακρίνουν τον Ιησού, τον παραδίδουν στον Πόντιο Πιλάτο, κατηγορώντας τον ως ανατρεπτικό με βάση τη διδασκαλία και τη δράση του. Ο Πιλάτος αποδέχθηκε εν τέλει τη δράση του Ιησού και διέταξε τη σταύρωσή του.

Και τα τέσσερα Ευαγγέλια (Κατά Ματθαίο, κατά Μάρκο, κατά Ιωάννη και κατά Λουκά) αναφέρουν ότι ο Πιλάτος, κατάλαβε αμέσως πως ο κατηγορούμενος είναι αθώος. Προσπάθησε να τον βοηθήσει. Προσέκρουσε όμως στην μοχθηρία των Εβραίων. Είδε πως δεν γίνεται τίποτα. Φοβήθηκε στάση. Θέλοντας και μη, επικύρωσε την άδικη καταδίκη. Σύμφωνα μάλιστα με το κατά Ματθαίο, η σύζυγός του, του παράγγειλε να μην τον θανατώσει.

Σύμφωνα με την κυρίαρχη άποψη στους Χριστιανικούς κύκλους ο Ιησούς από την Ναζαρέτ δεν υπήρξε ένας πολιτικός. Παρά τον τίτλο του ως «υιού του Δαυίδ», ο οποίος εξάλλου ποτέ δεν διατυπώθηκε από τα χείλη του, ο ίδιος δεν ενδιαφέρθηκε για την πολιτική, τουλάχιστον με τη σύγχρονη σημασία της λέξης, αν και, μιλώντας γενικά, κάθε δημόσια άποψη καταλήγει να έχει φυσικά μια επίπτωση στο επίπεδο οποιασδήποτε πόλης ή κοινότητας.

Επιπλέον, ο Χριστός δεν είχε ποτέ συναναστροφές με τους ισχυρούς ανθρώπους της χώρας του. Αναμφισβήτητα, η εξουσία του δεν ήταν εδραιωμένη πάνω σε διεκδικήσεις ούτε γενεαλογικές, ούτε θεσμικές, αλλά αντιθέτως έγκειτο σε μια κοινώς λεγόμενη «χαρισματική αυθεντία», σύμφωνα με την θεωρία που διατύπωσε και ανέπτυξε ο Max Weber.

Κατά την άποψη αυτή, αυτό που μερικοί συγγραφείς υποστήριξαν στη δεκαετία του ’70 του περασμένου αιώνα σχετικά με έναν ζηλωτή ή επαναστάτη Ιησού ανήκει πλέον στο παρελθόν της έρευνας γύρω από τις χριστιανικές απαρχές. Ακόμα και το γεγονός στην Ιερουσαλήμ στο χώρο του Ναού δεν είχε καμία πρόθεση ζηλωτισμού, έστω και αν ήταν και έπρεπε να εμφανιστεί ως μια σφοδρή πολεμική χειρονομία έναντι του θεσμικού ιερατείου.

Η τυπολογία των δημοσίων παρεμβάσεων του είναι εντελώς διαφορετική από εκείνη των διαφόρων ανταρτών, οι οποίοι εμφανίστηκαν στην Παλαιστίνη από τα χρόνια της βασιλείας του Ηρώδη του Μεγάλου μέχρι και το 50ο έτος του πρώτου αιώνα, για τους οποίους μας πληροφορεί ο Φλάβιος Ιώσηπος, και οι οποίοι απαιτούσαν κυριολεκτικά την βασιλεία ασκώντας βιαιοπραγίες.

Η δική του επανάσταση ήταν μια επανάσταση αξιών, και το ρητό που διαβάζουμε στο κατά Λουκάν 16,16 (« Ο νόμος και οι προφήτες μέχρι του Ιωάννου του Βαπτιστού διαπαιδαγώγησαν τους ανθρώπους· και τώρα έχουν παραχωρήσει την θέση τους στην εποχήν της χάριτος. Διότι από τον καιρόν του Ιωάννου του Βαπτιστού κηρύσσεται φανερά και όχι συγκεκαλυμμένα η χαρμόσυνη αγγελία της Βασιλείας του Θεού.

Και καθένας, που ποθεί την σωτηρίαν του, βιάζει τον εαυτόν [βιάζεται = ασκεί βία] του για να εισαχθεί σε αυτήν») μπορεί να ερμηνευθεί, είτε με την έννοια ότι οι βίαιοι άνθρωποι είναι τώρα οι τελώνες και οι αμαρτωλοί, όχι ως σφετεριστές, αλλά ως αποδεκτοί στη Βασιλεία αν και γενικά δεν θεωρούνται άξιοι γι’ αυτό, είτε με την έννοια πως οι αυτοί που ασκούν πραγματική βία μεταφορικά είναι ο ίδιος ο Ιησούς και οι μαθητές του, εφόσον ανατρέπουν το αξιακό τρίπτυχο της δύναμης, του πλούτου και της διδασκαλίας, τις οποίες γενικά οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν ως εργαλεία κυριαρχίας.

Για τους Θεολόγους που «βλέπουν» στον Ιησού μόνο τον απεσταλμένου από τον Θεό εσχατολογικό προφήτη, ο Ιησούς, έπειτα από την πρώτη δίκη που ασκήθηκε εναντίον του από τις εβραϊκές αρχές με την κατηγορία για βλασφημία, παραπέμφθηκε στην τοπική ρωμαϊκή αρχή, η οποία αιτιολόγησε την τελευταία καταδικαστική απόφαση με μια κατηγορία πολιτικής υφής, δηλαδή αυτή του «βασιλιά των Ιουδαίων» και συνεκδοχικά του σφετεριστή της εξουσίας του Καίσαρα. Έτσι εκλάπη κυριολεκτικά η πραγματική του ταυτότητα, του Υιού του Θεού.

Σε χειρόγραφο της Μονής Αγίας Αικατερίνης του Σινά, που μνημονεύει και ο Αθανάσιος Υψηλάντης στο έργο του «Τα μετά την Άλωσιν» (1453-1789), αναγράφεται ότι στην Ακυληία της Ιταλίας βρέθηκε γραπτό κείμενο της καταδικαστικής απόφασης του ηγεμόνα της Ιερουσαλήμ κατά του Ιησού.


Σύμφωνα με την απόφαση, ο Χριστός, ύστερα από επίμονη απαίτηση του Ιουδαϊκού Συνεδρίου, καταδικάστηκε σε σταυρικό θάνατο.

Στο κείμενο της απόφασης αναγράφονται στην αρχή στοιχεία που προσδιορίζουν τον χρόνο της έκδοσής της. Αναφέρεται έπειτα σε συγκεκριμένα ονόματα των κρατούντων τον καιρό εκείνο.

Το κείμενο της καταδικαστικής απόφασης εισέρχεται στο ουσιαστικό μέρος, που «κρίνει και καταψηφίζει» τον Χριστό «εις θάνατον». Τον χαρακτηρίζει ως επαναστάτη, ταραχοποιό, «άνθρωπον στασιώδη» εναντίον του μωσαϊκού νόμου και εναντίον του αυτοκράτορα Τιβέριου.

Καθορίζει τη θανάτωσή Του διά σταυρώσεως με καρφιά. Δικαιολογεί την απόφαση αυτή με κατηγορίες κατά του Χριστού ότι τάχα προκαλούσε εξέγερση όχλου, πολλών πλουσίων και φτωχών στην Ιουδαία και κυρίως διότι εμφανιζόταν ως Υιός του Θεού και βασιλεύς του Ισραήλ. Επισημαίνει ακόμη, ως τόλμημα τη θριαμβευτική είσοδο και υποδοχή Του στα Ιεροσόλυμα, από πλήθος λαού, που τον επευφημεί ως άρχοντα νόμιμης εξουσίας.

Δίνει επίσης εντολές για τη μαστίγωσή Του και τον εμπαιγμό Του, όπως να του φορέσουν πορφύρα, να τον στεφανώσουν με ακάνθινο στεφάνι και τέλος, να τον οδηγήσουν στον Γολγοθά προς τον οποίο θα πορεύεται κουβαλώντας ο ίδιος τον Σταυρό του μαρτυρικού θανάτου Του.
Διαβάστε περισσότερα ...

Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

Κατασχεμένη Ferrari μετατράπηκε σε περιπολικό

Τον Σεπτέμβριο του 2015, η ιταλική αστυνομία είχε κατασχέσει μια Ferrari 458 Spider από τη μαφία, έπειτα από έφοδο που έκανε σε διάφορες περιοχές για την καταπολέμηση του εγκλήματος.

Οι αρχές της γείτονας χώρας δεν διέλυσαν το αυτοκίνητο όμως, αλλά το χρησιμοποίησαν για δική τους χρήση.

Έτσι, το παρέδωσαν στην υπηρεσία του Μιλάνου, η οποία με τη σειρά της το έδωσε στην τοπική εταιρεία Carrozzeria Marazzi Caronno Pertusella για να το μετατρέψει σε περιπολικό και μάλιστα χωρίς χρέωση.

Το ιταλικό super car απέκτησε τα χρώματα της αστυνομίας του Μιλάνου, φάρους, σήματα και τον απαραίτητο εξοπλισμό και βγήκε στους δρόμους.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση, το όχημα θα χρησιμοποιηθεί κυρίως για εκπαιδευτικούς λόγους.

Αξίζει να σημειώσουμε πως, σύμφωνα με την ιταλική νομοθεσία, η αστυνομία και η πυροσβεστική μπορούν να κάνουν αίτημα και να οικειοποιηθούν περιουσιακά στοιχεία της μαφίας που έχουν αποκτηθεί από παράνομα κέρδη.

Μέχρι στιγμής, έχουν κατασχεθεί 29 πολυτελή οχήματα και τρεις μοτοσικλέτες μόνο από τα μέλη των εγκληματικών οργανώσεων που δραστηριοποιούνται στη Λομβαρδία.
Διαβάστε περισσότερα ...

Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Ο κατοχικός λιμός της Αθήνας

Στις 6 Απριλίου 1941 τα ναζιστικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Ελλάδα. Μετά από σκληρές μάχες ενός μήνα, κατέλαβαν μια φτωχή περιφερειακή χώρα, έξω από τη γεωγραφική περιοχή που οριζόταν ως ζωτικός χώρος της ναζιστικής Γερμανίας (Lebensraum), με χαμηλό βαθμό βιομηχανικής ανάπτυξης και αναποτελεσματικό κρατικό μηχανισμό.

Αντίθετα με ότι συνέβη στη Γαλλία, το Βέλγιο ή τη Δανία – όπου η βαριά τους βιομηχανία και η καλύτερα οργανωμένη δημόσια διοίκηση οδήγησε σε ομαλότερες διαδικασίες μετάβασης στη ναζιστική «Νέα Τάξη» – στη σχετικά αδιάφορη για τους Γερμανούς Ελλάδα, εφαρμόστηκε μια τακτική οικονομικής λεηλασίας. Ήταν η τακτική που οδήγησε άμεσα στη διάλυση της αδύναμης ελληνικής οικονομίας και στο ξέσπασμα του φονικού λιμού τον πρώτο χειμώνα της Κατοχής.

Τα προβλήματα στη τροφοδοσία της Αθήνας και τον επισιτισμό παρουσιάστηκαν αμέσως μετά την κατάληψη της πρωτεύουσας από τα γερμανικά στρατεύματα στις 27 Απριλίου 1941. Η πρωτοφανής επιχείρηση λεηλασίας των διατροφικών και κάθε άλλου είδους αποθεμάτων, στην οποία προχώρησε ο γερμανικός στρατός, οδήγησε στις πρώτες ελλείψεις προϊόντων.

Αρχικά επιτάχθηκαν όλες οι ποσότητες τροφίμων του ελληνικού στρατού και όσες υπήρχαν σε δημόσιες αποθήκες. Στη συνέχεια καταγράφηκε όλη η ελληνική γεωργική παραγωγή και το μεγαλύτερο τμήμα της στάλθηκε στη Γερμανία. Ταυτόχρονα, κινητά τυπογραφεία της Βέρμαχτ, τυπώνοντας εκατομμύρια κατοχικά μάρκα (Reichskreditkassen - Scheine), πλημμύρισαν την ελληνική αγορά με χαρτονομίσματα που δεν είχαν κανένα αντίκρισμα.

Με αυτά οι Γερμανοί στρατιώτες «αγόραζαν» τα πάντα και τα έστελναν ταχυδρομικώς στις οικογένειές τους στη Γερμανία. Όλες οι σημαντικές ελληνικές επιχειρήσεις επιτάχθηκαν ή «εξαγοράστηκαν» από τους Ναζί. Αυτές πλέον παρήγαγαν μόνο για τον γερμανικό στρατό, στερώντας από τον ελληνικό λαό σημαντικά αγαθά για την επιβίωσή του.

Η επίταξη μέσων μεταφοράς και καυσίμων από τις δυνάμεις κατοχής, οι ζημιές που προκλήθηκαν στο οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο από τον πόλεμο, ο διοικητικός κατακερματισμός της χώρας σε τρεις ζώνες κατοχής (γερμανική, ιταλική και βουλγαρική), απέκοψαν τα αστικά κέντρα από την αγροτική ενδοχώρα, στερώντας τους την κύρια πηγή τροφοδοσίας.

Την επισιτιστική κατάσταση επιβάρυνε ο θαλάσσιος αποκλεισμός της ηπειρωτικής Ευρώπης από το βρετανικό πολεμικό ναυτικό, γεγονός που στερούσε από τους λιμοκτονούντες κατοίκους τη δυνατότητα εισαγωγής τροφίμων από το εξωτερικό. Η χαριστική βολή δόθηκε στην ελληνική οικονομία από τα τεράστια έξοδα κατοχής με τα οποία οι Ναζί επιβάρυναν τον κρατικό προϋπολογισμό.

Την περίοδο 1941-1942 η Ελλάδα κατέβαλε, ως έξοδα κατοχής, ποσά που αντιστοιχούσαν στο 113,7% του ετήσιου εθνικού εισοδήματος. Την ίδια περίοδο, πλουσιότερες χώρες, επιβαρύνθηκαν με πολύ μικρότερα ποσά. Η Νορβηγία κατέβαλλε το 69% του ετήσιου εθνικού της εισοδήματος, ενώ το Βέλγιο και η Ολλανδία το 24% και 18% αντίστοιχα.

Η συνεχής κοπή νέου χρήματος, για να μπορέσει η χώρα να πληρώσει τα έξοδα κατοχής, εκτόξευσε τον πληθωρισμό σε αδιανόητα ύψη. Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, ο μισθός των εργαζομένων δεν μπορούσε πλέον να καλύψει ούτε τις βασικές διατροφικές τους ανάγκες. Στις 13 Ιανουαρίου 1942, ο δημόσιος υπάλληλος Γεράσιμος Λουκάτος, κατέβηκε στην αγορά για να βρει λάδι. Τελικά γύρισε σπίτι του με άδεια χέρια. Έπρεπε να δαπανήσει το ένα τρίτο του μηνιαίου μισθού του (6.500 δρχ) για να αγοράσει ένα κιλό λάδι.

Οι Ναζί δεν έκαναν τίποτα για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση, γιατί η διάλυση της ελληνικής οικονομίας εξυπηρετούσε με τον καλύτερο τρόπο τις επιδιώξεις τους. Μέσα από την εδραίωση της μαύρης αγοράς Γερμανοί και Ιταλοί αποκόμιζαν σημαντικά οικονομικά οφέλη για τις οικογένειες και τις επιχειρήσεις τους. Διοχετεύοντας στις χώρες τους τα κέρδη από την πώληση τροφίμων και άλλων ειδών πρώτης ανάγκης, στις υπέρογκες τιμές της μαύρης αγοράς, εφάρμοσαν ένα ακόμη τρόπο απόσπασης πλούτου από την ελληνική κοινωνία.

Στις 6 Απριλίου 1941 τα ναζιστικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Ελλάδα. Μετά από σκληρές μάχες ενός μήνα, κατέλαβαν μια φτωχή περιφερειακή χώρα, έξω από τη γεωγραφική περιοχή που οριζόταν ως ζωτικός χώρος της ναζιστικής Γερμανίας (Lebensraum), με χαμηλό βαθμό βιομηχανικής ανάπτυξης και αναποτελεσματικό κρατικό μηχανισμό. Αντίθετα με ότι συνέβη στη Γαλλία, το Βέλγιο ή τη Δανία – όπου η βαριά τους βιομηχανία και η καλύτερα οργανωμένη δημόσια διοίκηση οδήγησε σε ομαλότερες διαδικασίες μετάβασης στη ναζιστική «Νέα Τάξη» – στη σχετικά αδιάφορη για τους Γερμανούς Ελλάδα, εφαρμόστηκε μια τακτική οικονομικής λεηλασίας. Ήταν η τακτική που οδήγησε άμεσα στη διάλυση της αδύναμης ελληνικής οικονομίας και στο ξέσπασμα του φονικού λιμού τον πρώτο χειμώνα της Κατοχής.

Τα προβλήματα στη τροφοδοσία της Αθήνας και τον επισιτισμό παρουσιάστηκαν αμέσως μετά την κατάληψη της πρωτεύουσας από τα γερμανικά στρατεύματα στις 27 Απριλίου 1941. Η πρωτοφανής επιχείρηση λεηλασίας των διατροφικών και κάθε άλλου είδους αποθεμάτων, στην οποία προχώρησε ο γερμανικός στρατός, οδήγησε στις πρώτες ελλείψεις προϊόντων.

Αρχικά επιτάχθηκαν όλες οι ποσότητες τροφίμων του ελληνικού στρατού και όσες υπήρχαν σε δημόσιες αποθήκες. Στη συνέχεια καταγράφηκε όλη η ελληνική γεωργική παραγωγή και το μεγαλύτερο τμήμα της στάλθηκε στη Γερμανία. Ταυτόχρονα, κινητά τυπογραφεία της Βέρμαχτ, τυπώνοντας εκατομμύρια κατοχικά μάρκα (Reichskreditkassen-Scheine), πλημμύρισαν την ελληνική αγορά με χαρτονομίσματα που δεν είχαν κανένα αντίκρισμα.

Με αυτά οι Γερμανοί στρατιώτες «αγόραζαν» τα πάντα και τα έστελναν ταχυδρομικώς στις οικογένειές τους στη Γερμανία. Όλες οι σημαντικές ελληνικές επιχειρήσεις επιτάχθηκαν ή «εξαγοράστηκαν» από τους Ναζί. Αυτές πλέον παρήγαγαν μόνο για τον γερμανικό στρατό, στερώντας από τον ελληνικό λαό σημαντικά αγαθά για την επιβίωσή του.

Η επίταξη μέσων μεταφοράς και καυσίμων από τις δυνάμεις κατοχής, οι ζημιές που προκλήθηκαν στο οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο από τον πόλεμο, ο διοικητικός κατακερματισμός της χώρας σε τρεις ζώνες κατοχής (γερμανική, ιταλική και βουλγαρική), απέκοψαν τα αστικά κέντρα από την αγροτική ενδοχώρα, στερώντας τους την κύρια πηγή τροφοδοσίας.

Την επισιτιστική κατάσταση επιβάρυνε ο θαλάσσιος αποκλεισμός της ηπειρωτικής Ευρώπης από το βρετανικό πολεμικό ναυτικό, γεγονός που στερούσε από τους λιμοκτονούντες κατοίκους τη δυνατότητα εισαγωγής τροφίμων από το εξωτερικό. Η χαριστική βολή δόθηκε στην ελληνική οικονομία από τα τεράστια έξοδα κατοχής με τα οποία οι Ναζί επιβάρυναν τον κρατικό προϋπολογισμό. Την περίοδο 1941-1942 η Ελλάδα κατέβαλε, ως έξοδα κατοχής, ποσά που αντιστοιχούσαν στο 113,7% του ετήσιου εθνικού εισοδήματος. Την ίδια περίοδο, πλουσιότερες χώρες, επιβαρύνθηκαν με πολύ μικρότερα ποσά. Η Νορβηγία κατέβαλλε το 69% του ετήσιου εθνικού της εισοδήματος, ενώ το Βέλγιο και η Ολλανδία το 24% και 18% αντίστοιχα.

Η συνεχής κοπή νέου χρήματος, για να μπορέσει η χώρα να πληρώσει τα έξοδα κατοχής, εκτόξευσε τον πληθωρισμό σε αδιανόητα ύψη. Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, ο μισθός των εργαζομένων δεν μπορούσε πλέον να καλύψει ούτε τις βασικές διατροφικές τους ανάγκες. Στις 13 Ιανουαρίου 1942, ο δημόσιος υπάλληλος Γεράσιμος Λουκάτος, κατέβηκε στην αγορά για να βρει λάδι. Τελικά γύρισε σπίτι του με άδεια χέρια. Έπρεπε να δαπανήσει το ένα τρίτο του μηνιαίου μισθού του (6.500 δρχ) για να αγοράσει ένα κιλό λάδι.

Οι Ναζί δεν έκαναν τίποτα για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση, γιατί η διάλυση της ελληνικής οικονομίας εξυπηρετούσε με τον καλύτερο τρόπο τις επιδιώξεις τους. Μέσα από την εδραίωση της μαύρης αγοράς Γερμανοί και Ιταλοί αποκόμιζαν σημαντικά οικονομικά οφέλη για τις οικογένειες και τις επιχειρήσεις τους. Διοχετεύοντας στις χώρες τους τα κέρδη από την πώληση τροφίμων και άλλων ειδών πρώτης ανάγκης, στις υπέρογκες τιμές της μαύρης αγοράς, εφάρμοσαν ένα ακόμη τρόπο απόσπασης πλούτου από την ελληνική κοινωνία.

Η οικονομική λεηλασία της χώρας είχε και μια άλλη, εξαιρετικά αρνητική συνέπεια. Το καθεστώς παρανομίας που επέβαλαν οι Ναζί, δημιούργησε ευκαιρίες πλουτισμού για ένα σημαντικό αριθμό αδίστακτων κερδοσκόπων. Η στενή συνεργασία Ελλήνων μαυραγοριτών και Ναζί στην καταλήστευση του ελληνικού λαού, προκάλεσε τον πρωτόγνωρο σε ένταση διχασμό, ανάμεσα σε αυτούς που αντιστάθηκαν και αυτούς που συνεργάστηκαν με τους κατακτητές. Οι συνέπειες του διχασμού αυτού έγιναν ορατές τον τελευταίο χρόνο της Κατοχής, όταν πλέον οι συνεργάτες των Ναζί, για να διατηρήσουν τα κέρδη τους, προχώρησαν από την οικονομική και στην ένοπλη συνεργασία.

Για να γίνει κατανοητή η κλίμακα του φαινομένου, αρκεί η αναφορά μόνο σε έναν από τους πολλούς τρόπους απόσπασης πλούτου μέσω της μαύρης αγοράς. Αναφέρομαι στην πώληση ακινήτων. Με τα εισοδήματά τους να χάνουν καθημερινά αξία, οι Αθηναίοι προχώρησαν σε μαζικές πωλήσεις ακινήτων με στόχο την ανεύρεση χρημάτων που θα τους επέτρεπαν να αγοράσουν τρόφιμα στις εξοντωτικές τιμές της μαύρης αγοράς. Σύμφωνα με τα πρακτικά μεταπολεμικών δικών, κατά τη διάρκεια της Κατοχής άλλαξαν χέρια περίπου 350.000 ακίνητα τα οποία αγοράστηκαν από 60.000 άτομα με αντίτιμο, κατά μέσο όρο, το 7% της προπολεμικής τους αξίας.

Η επιβολή της μαύρης αγοράς βύθισε τους Έλληνες σ’ ένα καθεστώς παρανομίας. Κάθε μέρα που περνούσε όλο και περισσότεροι άνθρωποι εμπλέκονταν σε παράνομα δίκτυα κλοπής και απάτης, με στόχο την επιβίωση ή τον πλουτισμό. Ήταν η διαδικασία που διέλυε κάθε έννοια κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης.

Αυτή η απότομη βιολογική, ψυχολογική και ηθική εξαθλίωση του ελληνικού λαού, υπονόμευε κάθε προσπάθεια Αντίστασης. Τον Φεβρουάριο του 1942 ο Γιόζεφ Γκαίμπελς έγραφε στο ημερολόγιό του ότι «οι κάτοικοι των κατεχόμενων περιοχών είναι βουτηγμένοι στις υλικές έγνοιες. Η πείνα και το κρύο είναι στην ημερήσια διάταξη. Άνθρωποι που η μοίρα τους έχει χτυπήσει τόσο σκληρά, σε γενικές γραμμές δεν κάνουν επαναστάσεις».

Σε αυτή τη διάσταση εντοπίζεται και το μεγαλύτερο κατόρθωμα της ελληνικής Αντίστασης και κυρίως του αριστερού Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου. Μέσα σε μόλις ένα χρόνο, το διαλυμένο από τις διώξεις της προπολεμικής δικτατορίας, Κομμουνιστικό Κόμμα, κατάφερε να αναστρέψει την κατάσταση. Πολεμώντας μέσα σε μια διαλυμένη κοινωνία, πέτυχε την ψυχολογική και ηθική ανασύνταξη του ελληνικού λαού και στη συνέχεια την αντεπίθεσή του σ’ ένα αιματηρό αγώνα ενάντια στο ναζισμό και το φασισμό.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, τον χειμώνα του 1941, ξέσπασε ο λιμός της Αθήνας. Ο λιμός δημιούργησε μια εφιαλτική καθημερινότητα. Όσοι Αθηναίοι είχαν τη δύναμη να κυκλοφορούν στους δρόμους, έβλεπαν απίστευτες εικόνες. Παιδιά που έτρωγαν τους εμετούς γερμανών στρατιωτών έξω από εστιατόρια, εξαντλημένους ανθρώπους να μαλώνουν ψάχνοντας στα σκουπίδια, οικογένειες που έκρυβαν τους νεκρούς για να μην αναγκαστούν να καταθέσουν στις αρχές το δελτίο σίτισης του θανόντα.

Όμως η χειρότερη εικόνα ήταν αυτή των χιλιάδων νεκρών που έμεναν για ώρες στους δρόμους της πόλης γιατί δεν προλάβαιναν οι υπηρεσίες του Δήμου να τους περισυλλέξουν έγκαιρα. Στην κορύφωση του λιμού, τον Ιανουάριο του 1942, πέθαιναν περίπου 600 άτομα καθημερινά από την πείνα.

Τον Οκτώβριο του 1941, έφτασε στο λιμάνι του Πειραιά, το τουρκικό πλοίο «Κουρτουλούς», μεταφέροντας επισιτιστική βοήθεια του Διεθνή Ερυθρού Σταυρού. Μαζί ταξίδευσε και ο ανταποκριτής της τουρκικής εφημερίδας Vatan, ο οποίος επιστρέφοντας στην Τουρκία έγραψε:

«Ότι είδα στην Ελλάδα είναι εκατό φορές χειρότερα απ’ όσα έχουν γραφτεί για την άθλια κατάσταση εκεί. Μου φάνηκε πως έμπαινα στην Κόλαση. Κουβέντιασα με κάποιον που τα ρούχα του κρέμονταν πάνω του, είχε χάσει το μισό του βάρος. […] Όταν το πλήρωμα του πλοίου βγήκε στη στεριά, το περικύκλωσαν εκατοντάδες άνθρωποι που φώναζαν: ¨Δώστε μας τουλάχιστον ένα ψίχουλο ψωμί, πεθαίνουμε από την πείνα¨. Οι Γερμανοί φρουροί διέλυσαν το πλήθος. Περπατώντας μέσα στην πόλη είχαμε κυριευθεί από φρίκη. Οι άνθρωποι που συναντούσαμε έμοιαζαν με σκελετούς».

Μέσα σε έξι μήνες, από το Νοέμβριο του 1941 μέχρι τον Απρίλιο του 1942, πέθαναν από την πείνα 45.000 άνθρωποι στην Αθήνα και δεκάδες άλλες χιλιάδες στην υπόλοιπη χώρα, στο χειρότερο λιμό κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. ΦΩΤΟ Νο 6-7-8 Την ίδια περίοδο, Γερμανοί και Ιταλοί, από κοινού με τους Έλληνες συνεργάτες τους, διασκέδαζαν σε πολυτελή κέντρα και εστιατόρια της Αθήνας. Ήταν αυτό που οι Αθηναίοι της εποχής ονόμασαν «δείγματα γερμανικού πολιτισμού».

Τον Νοέμβριο του 1941, με την κατάσταση να έχει λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις, σημειώθηκε η πρώτη αντίδραση των γερμανικών αρχών. Η αιτία δεν ήταν βέβαια ο ανθρωπισμός των Ναζί, αλλά η μείωση της αποδοτικότητας των Ελλήνων εργατών, λόγω του υποσιτισμού τους. Ο ειδικός πληρεξούσιος του Ράιχ στην Ελλάδα, Γκίντερ Άλτενμπουργκ, ζήτησε, με κατεπείγον τηλεγράφημά του προς το Γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών, την αναστολή της εξαγωγής ελληνικών γεωργικών προϊόντων στη Γερμανία, επισημαίνοντας ότι:

«Αν δεν δοθεί στον ελληνικό πληθυσμό μια ελάχιστη ποσότητα από τα προαναφερθέντα τρόφιμα, θα σταματήσουν εδώ συντομότατα όλα τα εργαζόμενα για το αμυντικό οικονομικό συμφέρον μας εργοστάσια, συνεργεία επισκευής αεροπλάνων μετώπου, ναυπηγεία και άλλα. Ήδη τώρα σημειώνονται σ’ αυτά τα εργοστάσια μειώσεις εργασιακής απόδοσης κατά 30-60%. Γι’ αυτό είναι και προς το συμφέρον μας να απαγορευτεί μέχρι νεοτέρας διαταγής η εξαγωγή τροφίμων».

Όμως ακόμη και αυτή η έκκληση έπεσε στο κενό. Όταν τον Απρίλιο του 1942, ο Άλτενμπουργκ, αναλαμβάνοντας πρωτοβουλία, συναντήθηκε με τον Ιταλό ομόλογό του στη Ρώμη προς αναζήτηση μιας λύσης, οι δύο πλευρές συμφώνησαν στην αποστολή 20.000 τόνων σιταριού από τη Γερμανία στην Αθήνα. Τρεις μέρες μετά το γερμανικό επιτελείο στο Βερολίνο, ακύρωσε τη συμφωνία, αρνούμενο να την υλοποιήσει. Σύμφωνα με τα λόγια του Γραμματέα του Ιταλού αντιπροσώπου στην Ελλάδα De Strobel, «πολύ απλά [οι Γερμανοί επιτελείς] δεν ενδιαφέρονται για το πόσοι Έλληνες θα πεθάνουν από την πείνα».

Αυτή η άρνηση πιθανότατα συνδέονταν με μια νέα προοπτική που εμφανίστηκε για τις γερμανικές αρχές κατοχής στην Ελλάδα. Τις ημέρες που ο Άλτενμπουργκ αναζητούσε λύση στη Ρώμη, στην Αθήνα άρχισε να οργανώνεται το ναζιστικό σχέδιο «αξιοποίησης» του ελληνικού εργατικού δυναμικού. Απέναντι στον τρόμο του λιμού, οι Ναζί, σε στενή συνεργασία με την ελληνική κυβέρνηση δοσιλόγων, «πρόσφεραν» στον ελληνικό λαό την «ευκαιρία» να γλυτώσει το θάνατο μεταναστεύοντας στη Γερμανία προς εργασία.

Μάλλον δεν ήταν τυχαία η ημέρα γνωστοποίησης του σχεδίου. Την Πρωτομαγιά του 1942, δημοσιεύθηκε σε όλες τις ελεγχόμενες από το καθεστώς εφημερίδες ανακοίνωση του ελληνικού Υπουργείου Εργασίας, με την οποία καλούσε τους Έλληνες εργάτες να δηλώσουν συμμετοχή για την αποστολή τους στη Γερμανία:

«Παρουσιάζεται μοναδική ευκαιρία εις τους Έλληνας εργάτας και εργάτριας να μεταβούν εις Γερμανίαν και αναλάβουν εργασίαν. […] Οι όροι εργασίας και διαμονής θα είνε οι αυτοί όπως και των συναδέλφων των Γερμανών. […] Ο Έλλην εργάτης δύναται ν’ αποστείλη εις την οικογένειάν του […] μέχρι 100 μάρκων μηνιαίως. […] Γίνονται δεκτοί εργάται και εργάτριαι ηλικίας 18 μέχρι 45 ετών».

Ακόμη και όταν άρχισαν να γίνονται γνωστές οι άθλιες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης των Ελλήνων εργατών στη Γερμανία και οι θάνατοι από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς, το ελληνικό Υπουργείο Εργασίας συνέχισε την προπαγάνδα του, προς εξυπηρέτηση των ναζιστικών στόχων. Με συνεχείς ανακοινώσεις του διαβεβαίωνε ότι οι Έλληνες εργάζονται σε εργοστάσια που δεν απειλούνται από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς, επισημαίνοντας ότι,

«Όσον αφορά τους περαιτέρω ισχυρισμούς, ότι δηλαδή οι εργάται κακοπερνούν, […] πρέπει να τονισθή, ότι πρόκειται περί καθαρού ψεύδους». Η εκμετάλλευση του εξαθλιωμένου εργατικού δυναμικού της χώρας ήταν ο κύριος λόγος που οδήγησε στην εκτέλεση του δοσίλογου Υπουργού Εργασίας Νικόλαου Καλύβα από την αντιστασιακή οργάνωση του ΕΑΜ στις 27 Ιανουαρίου 1944 στο κέντρο της Αθήνας.

Ο κίνδυνος να επαναληφθεί ο λιμός τον επόμενο χειμώνα του 1942-43, αποφεύχθηκε χάρη σε μια τεράστια επιχείρηση, μοναδική στα χρόνια του πολέμου. Μετά από αφόρητες πιέσεις, οι Βρετανοί δέχτηκαν να άρουν τον ναυτικό αποκλεισμό της Ευρώπης μόνο για την περίπτωση της Ελλάδας. Με συντονισμένες ενέργειες άρχισαν να καταφθάνουν στο λιμάνι του Πειραιά, σουηδικά πλοία φορτωμένα με καναδικό σιτάρι, υπό την εποπτεία του ελβετικού γραφείου του Διεθνή Ερυθρού Σταυρού. Ένας από τους κύριους λόγους που οδήγησαν στην εξέλιξη αυτή, είχε να κάνει με τη δράση μιας μικρής ομάδας Ελλήνων Αστυνομικών.

Με κίνδυνο της ζωής τους, οι άνθρωποι αυτοί φωτογράφισαν σκελετωμένα παιδιά στα νοσοκομεία της Αθήνας. ΦΩΤΟ Νο 10-11 Στη συνέχεια, χρησιμοποιώντας διπλωματικούς σάκους, έστειλαν τις φωτογραφίες στην ελληνική πρεσβεία στην Άγκυρα και τελικά στην ελληνική εξόριστη κυβέρνηση στο Κάιρο. Εκεί τυπώθηκε σχετικό λεύκωμα, το οποίο κυκλοφόρησε σε Βρετανία και ΗΠΑ. Το σοκ που προκάλεσαν οι εικόνες αυτές στη βρετανική και αμερικανική κοινή γνώμη, ήταν από τους κύριους λόγους που ανάγκασαν τη βρετανική κυβέρνηση να άρει το ναυτικό αποκλεισμό της χώρας.

Από τα τέλη του 1942 και μετά, αν και συνέχισαν να υπάρχουν νεκροί από την πείνα μέχρι την απελευθέρωση της Ελλάδας στα τέλη του 1944, η πείνα δεν ήταν η πρώτη αιτία θανάτου στη χώρα. Τα δύο τελευταία χρόνια της Κατοχής η ναζιστική κτηνωδία βρήκε νέους τρόπους έκφρασης. Οι ομαδικές εκτελέσεις αντιστασιακών και αμάχων, η εξόντωση των Ελλήνων Εβραίων, η αποστολή χιλιάδων Ελλήνων στη Γερμανία προς καταναγκαστική εργασία, οι πυρπολήσεις χωριών, τα μπλόκα στις συνοικίες, ήταν το τίμημα που πλήρωσε η χώρα επιλέγοντας την Αντίσταση και όχι τη συνεργασία με τους Ναζί.

* Το κείμενο αποτελεί την εισήγηση του ιστορικού Μενέλαου Χαραλαμπίδης στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο Ευρωκοινοβούλιο για τα 75 χρόνια από τον λιμό της Αθήνας που διοργάνωσε και παρουσίασε ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Στέλιος Κούλογλου. Το ερευνητικό έργο του Μενέλαου Χαραλαμπίδη εστιάζεται στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα και κυρίως στην περίοδο της Κατοχής.
Διαβάστε περισσότερα ...

Facebook